Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Στην Αγια-Παρασκευή


Φτωχούλι, όποτε πείναγα κι επάγωνα,
 επάαινα στου χωριού την εκκλησιά,
να πάρω της σιωπής κεροδοσιά,
σκυφτός καμπόσην ώρα πλάι στον άμβωνα.

Εκεί οι κρυφές βουλές μου μ' οδηγούσανε
στ΄Αρχάγγελου τον ίσκιο, μοναχό,
της ερημιάς τον ήχο να γρικώ
και τα στασίδια που ετριζοβολούσανε

και την ανάσα απ' το γλυκό τ' αχνόγελο
της Παναγιάς που εβάσταγε αγκαλιά
το λυτρωτή της Γης,το Βασιλιά,
της πλάσης τον αμάραντο ασφόδελο.

Κι ως ήμουν παρασούσουμο λιπόσαρκο,
τα κηροπήγια δίπλα μου φωνή
βγάζαν : "-Nα ρίξει μπόι, να στυλωθεί,
βόηθα το, Παναγιά-Παρθένα, βόηθα το!".

Κι Εκείνη, -μάρτυράς μου η χλόη που βλάσταινε
στις πλάκες χάμω , χώμα οπού 'χε ογρό-
πιο στοργικά απ' τη μάνα μου θαρρώ,
με γάλα απ' Τ' Άγια Στήθια Της μ' ανάσταινε

κι άντεχα το φτωχούλι και τα βάσταγα
τα δύσκολα της φτώχειας και τ' αβάσταγα. . . 



χ'λιαράς-15 Γενάρη του 2011-λεύτερη Πίνδος

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Τα Χουλιαρόπαιδα

 

(Τα Χουλιαρόπαιδα.Aπό αριστερά, όπως κοιτάζουμε:Δημήτρης Κ. Μπενέκος(Καψάλης), Νίκος Κ. Μασαλάς, Σωτήρης Κ. Παπαγεωργίου.Στις 11 Οχτώβρη, του 1940, στο ρολόι,μπροστά απ' το ηρώο,στην πλατεία στα Γιάννενα...)






ΤΑ ΧΟΥΛΙΑΡΟΠΑΙΔΑ
Τα Χουλιαρόπαιδα, 'μπρός στο ρολόι,
στη μπούκα απ' του ηρώου τα κανόνια,
της ζήσης λογαριάζουν τ' αρμολόι 

και τ' άγνωρα κατοπινά τους χρόνια...

Οι δυο τους, χώνουν το ζερβί στις τσέπες,
γιατί το νιώθουν ήδη στις λαγόνες,
τ' αγιάζι απ' του καημού τις μαύρες στέπες,
με των δακρύων τις μέλλουσες σταγόνες.

Ο τρίτος, τυχερότερος μια στάλα,
φαρμάκια δεν θα πιει τόσο μεγάλα...

Κι ως τόσο, αλλού κι οι τρεις το βλέμμα στρέφουν,
μακριά απ' το σταχτοπέτρινο ρολόι.
Να βλέπουνε τους δείχτες, δεν τ' αντέχουν,
στριγκό να ηχούνε πλάι τους μοιριολόι :

Προτού μια ώρα, εσήμαναν τη γέννα!
Κι οι τρεις, στον άλλο χτύπο , θε ν' ασπρίσουν !
Ανθάκια, στον παράλλο, μαραμένα,
θα γείρουνε, θα πέσουν, θα μαδήσουν !

Θα μείνουν μόνο τα μαθητικά τους
πηλίκια που όμοια έχουν κι οι δραγάτες,
να μολογάν' πικρά το πέρασμά τους,
στου κόσμου τους κατοπινούς περάτες !

Κι ωσάν θλιμμένος γκιώνης στο ηλιογέρμα,
κι ωσάν παιδί που ενύχτωσε στο ρέμα,
κάτω απ' το γείσο, τ' άδειο τους το βλέμμα,
θα μελετάει αιώνια τ' αρμολόι
της ζήσης που άφησαν μισό τα έρμα,
διαβαίνοντας σαν ίσκιοι και σαν ψέμμα
-κι ας φτάσαν' γέροι εντέλει ως το τέρμα-
τα Χουλιαρόπαιδα 'μπρός στο ρολόι...

χ'λιαράς/λεύτερη Πίνδος/21 Φλεβάρη του 2011

Στ' Αράχθου τη λυσιά ...



ΣΤ' ΑΡΑΧΘΟΥ ΤΗ ΛΥΣΙΑ
Σ' ονειροφαντασιά, εψές εδιάβηκα
τ' Αράχθου τη λυσιά την ανεμόδαρτη ,
πάνω απ' τον ποταμό που βαριοβόγκαγε,

τινάζοντας ψηλά τα μαύρα σπλάχνα του.

Μπροστά τραβούσε ένας παπάς-καλόγερος,
στο πλάι δυο μαστορόπουλα αμούστακα
κι οπίσω πως εδιάβαινε -μου φάνηκε-
ο πάππος μου ο βαριόμοιρος ο δάσκαλος,

ο νιος ο πρωτοψάλτης ο βροντόφωνος
που τριαντάρης χτίκιασε κι εχάθηκε.

Δεκάδες στρατοκόποι ακολουθούσανε
σκυφτοί να πάν' στην όχθη την αντίπερα
κι έσμιγε τη βουβή τη βαρυγκώμια τους
ο ποταμίσιος βόγκος ο μακρόσυρτος
σε μοιριολόι παράξενο κι απόκοσμο
που ως πάνω στου Θεού την πόρτα έφτανε.

Κι αυτός σ' όλη την πλάση τ' αντιγύρναγε
με τη βαριά φωνή του τη στεντόρεια,
πότε με τη βροντή και με τον άνεμο
και πότε με τ' αητού τ' άγριο κρώξιμο... 


Χ'λιαράς-λεύτερη Πίνδος-25 Αύγουστος 2010

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Για τον ωραίο κι ευγενικό το θάνατό μου



Για τον ωραίο κι ευγενικό το θάνατό μου,
θα 'χω οπωσδήποτε καμπόσους -λέω- μαρτύρους:
κάναν ασπάλακα και δυο τρεις σκαντζοχοίρους,
να βεβαιώσουνε το τέλος το δικό μου

και να γραφώ σαν τ' άλλα δίποδα ζουλάπια
στου Γιαραμπή και στων ανθρώπων τα κιτάπια.

Γιατί όπως ζούσα, ωσάν ίσκιος κι ωσάν αύρα
και κάθε ημέρα όπως επέθαινα και ώρα,
με της νυχτός για να ξανάρθω την αιώρα
μ' ένα κρασί, στα μαύρα -κι όλα γύρω μαύρα-

μ' είχε ο Θεός μια μαύρη λάμψη στο ηλιογέρμα
κι οι ανθρώποι όλοι ένα τρελό μυστήριο πνέμα.

Έτσι λοιπόν, στερνά σαν γείρω ν' αποδράσω
απ' τον ανθρώπινο το βίο τούτον τον πλάνο,
μια νύχτα τ' Αύγουστου στα  Λάπατα επάνω,
των σκαντζοχοίρων και του ασπάλακα τον μπάσο

ρόγχο στ' αυτί θ' ακουρμαστώ να κουδουνίζει
-Ω ! είδέστε, άστρα, μες στο φως που σελαγίζει,

άνθρωπο ειδέστε για το σύμπαν ν' αρμενίζει,
αδερφωμένο με το χώμα και την πέτρα,
με τα πευκόφυλλα σάβανο και κουβέρτα
και με τ' ακρόχειλα στης γης το ρογοβύζι !

..Και θα 'μαι εγώ αυτός..Τ' αλλόκοτο το πνέμα.
Η μαύρη απόκοσμη η λάμψη στο ηλιογέρμα...

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Βουνίσιο ραβαϊσι

 
Ασπρότατη, άκρα αταραξιά.
Το σπίτι απεκοιμήθη
-σπούργος ατάιστος στο λευκό
της μάνας-γης τ' αστήθι.

Νιφάδες-κόρες ξέστηθες,
βοριάδες-αμανέδες,
στα παραθύρια τρίζουνε
μεράκια οι μεντεσέδες

κι απόξω, η φλέβα του κισσού
χαρά σημαίνει κι όρθρο
και κρούει στην πόρτα τη βαριά
το σκουριασμένο ρόπτρο, 

Βγαίνει του πάππου μου η ψυχή,
μικρό παιδί  στο πράκι,
τραβάει για χιονοπόλεμο
στη Ρόβη, στο Κλαράκι : 

"-Άσπρο χιονάκι, ξέξασπρο,
μαύρα μου κι έρμα νιάτα..."
Μαργώνουν τα ποδάρια του
στην παγωμένη στράτα, 

όνειρο γέρνει καταγής,
κέδρο αψηλό νυχτώνει,
λύκος κοιμάται αμέρωτος
κι αγέρας ξημερώνει, 

φυσάει, στήνει στα Γιάννενα
βουνίσιο ραβαϊσι
και βρίσκω τις ριζούλες μου
οπού 'χα ξαστοχήσει...  



 το ραβαϊσι=το γλέντι 

 χ'λιαράς/λεύτερη Πίνδος/21 Δεκέμβρη 2011-το πρώτο χιόνι στο χωριό

Χορεύει ο άντρας ο Χ'λιαράς

 

‎(...Ο μερακλής Χ(ου)λιαράς,στη φωτογραφία
επάνω, που χορεύει ψηλά στη Γη των προγόνων του,
νιώθει και είναι θεός, την ώρα που χορεύει....Εξαϋλώνεται.Εξυψώνεται.
Γίνεται ένα με το Θεό και του παραγγέλνει πράματα,
όχι για τον εαυτ
ό του αλλά για τους άλλους,
δυο βήματα απ' τους αγγέλους-κλαριντζήδες που
τους σκορπάει απλόχερα παράδες...)

ΧΟΡΕΥΕΙ Ο ΑΝΤΡΑΣ Ο Χ'ΛΙΑΡΑΣ

Χορεύει ο άντρας ο Χ'λιαράς
ο μερακλής ο γέροντας.
Λουφάζει απόσκια ο βοριάς,
λουφάζει κι ο Αχέροντας.

Δίνει παράδες στα βιολιά
και στο Θεό παραγγελιά :

-Εδώ που κρούω τ' αριστερό
γερά στη γης το γόνατο,
να ρίξει μπόι ως το βουνό
πεύκο ψηλό, θεόρατο.

Μπροστά που μπήγω το δεξί
χέρι ,στο ηλιόφως μάχαιρα,
να γένει εκκλησιά τρανή
με δεκαοχτώ παράθυρα.

Δίπλα που ο αυλός του κλαριντζή
μερεύει όλα τ' αμέρωτα,
τα νιάτα να 'ρχονται, σπονδή
να κάνουνε στον Έρωτα,

βράδυ-βραδάκι, μυστικά
να σμίγουνε τ' ανάσκελα
κι όπως στραγκίζουν τα κορμιά
να ξεδιψάν' τα διάσελα.
.....................
Χορεύει ο Χ'λιαράς, στητός.
Λεύκες τρανές τα χέρια του.
Κι όσα παράγγειλε, ο Θεός
τα γράφει στα τεφτέρια Του.

Ποιος να 'ναι, τώρα που ο χορός
βαστά, τρανότερος  θεός ;
Ο Γιαραμπής στον ουρανό,
ή ο Χ'λιαράς μες στο χορό ;

χ΄λιαράς-4/9/2010-λεύτερη Πίνδος


1935



(...στη φωτογραφία του 1935,αποπάνω : 6 γαβριάδες κι ένας 15χρονος που βαράει την καμπάνα της Αγια-Παρασκευής, για τη φτωχολογιά του κόσμου όλου...)

1935
Χίλια εννιακόσια χρόνια και
τριάντα κι άλλα πέντε.
Σαν ψες γεννήθη και προψέ...
Μπαίνει στα δεκαπέντε...
.................................
Βογκά η φτωχολογιά της Γης.
Λίγοι οι καζαντισμένοι.
Τρεις γαβριάδες κι άλλοι τρεις,
ζερβά του συναγμένοι,

κάτω απ' τον άσπρο το σταυρό
και τη βαριά καμπάνα,
μετράνε πείνα κι άδικο
και βάσανα κι ορφάνια.

Χτυπάει αργά με το δεξί
τη χάλκινη καμπάνα.
Ακούν' στα ύψη οι ουρανοί,
στην Πλακανίδα η μάνα :

-Mάνα μου, θά 'βγω στο βουνό,
μάνα μ', θα πάω αντάρτης,
να δώκω ελπίδα στο φτωχό,
να κοκκινίσει ο χάρτης!

-Να πας, παιδάκι μ' ορφανό,
με το Θεό, για το λαό !
...............................................
Επήγε αντάρτης στο βουνό,
για την ελευθερία
κι ύστερα για σωφρονισμό
επήγε κι εξορία.

Επήγανε κι οι σύντροφοι
χαμένοι.Λάθος ! Λάθος !
Ξεχάσανε τον άνθρωπο,
που 'ναι πηλός και πάθος!
.................................................
Ωστόσο, στην Αγια-Παρασκευή,
κάθε φορά που πάω,
στο ίδιο το πεζούλι εκεί,
"-Πατέρα -του μιλάω-

ογδόντα χρόνια απόστασες,
με το σκοινί στο χέρι.
Εχάθηκεν ο Μόσκοβος,
δεν έφερε σεφέρι.
Κατέβα που 'ναι άνοιξη
που 'ναι και καλοκαίρι."

"-Τράβα -μου λέει- στο σπίτι μας
και φέρε μου σαν θά 'ρθεις,
το μάνλιχερ οπού 'κρυψα,
να ματαβγώ αντάρτης."

Κι οι γαβριάδες, πάντα εκεί,
ακόμα εκεί κι οι έξι,
κάνουν για τη φτωχολογιά
της Γης, σταυρό, ν' αντέξει.

Κι όπως τ' απέθαντο κι αισχρό
κοιτάν' το καπιτάλι,
ν' αλέθει αργάτες και φτωχούς
με φούρια πιο μεγάλη,

νιώθουν πως ζύγωσε η στιγμή
η άγια, η μεγάλη,
να φάει η μύγα σίδερο
και το κουνούπι ατσάλι. . .

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Το πέτρινο αδράχτι της Αγια-Παρασκευής

 



‎(Της εκκλησιάς μας το καμπαναριό : ένα πέτρινο, μέγα αδράχτι στα χέρια της Αγια-Παρασκευής, να φκιάνει ζεστό σκέπασμα για τους νεκρούς,στο κοιμητήρι οπίσω...)

Το πέτρινο   αδράχτι της Αγια-Παρασκευής 
Toυ πρωτοράφτη Γιαραμπή
δώρο, τούτο τ' αδράχτι,
να γνέθει η Αγια-Παρασκευή
της ερημιάς της τ' άχτι,

να φκιάνει χράμι από μαλλί,
ζεστό, παλιοκαιρίσιο,
να μην κρυώνουν οι νεκροί
στο κοιμητήρι οπίσω...

χ'λιαράς-18/8/2010- λεύτερη Πίνδος

Ο Χ'λιαράς χάλκινος κότσυφας (Η καμπάνα στους Χουλιαράδες)



‎....H καμπάνα του χωριού μας : ένας Χ'λιαράς(=Χουλιαράς), χάλκινος κότσυφας που λαλεί χρόνια τώρα, πότε χαρούμενα και πότε λυπημένα...Κι όλα δίπλα,άγια κι ήρεμα...Τόσο που να κάθονται κοντά της,μαζί στην ίδια διχάλα του δέντρου,δίπλα-δίπλα, ο σπούργος με το φίδι...

Ο Χ'λιαράς χάλκινος κότσυφας (Η καμπάνα στους Χουλιαράδες)

Χ'λιαράς, χάλκινος κότσυφας
-που 'ρθε πέρα απ' τα μάκρη
της Καμπανίας ο πάππος του-
στης εκκλησιάς την άκρη,
πότε λαλάει όλος χαρά,
πότε με μαύρο δάκρυ.

Χριστούγεννα και Πασχαλιές
και Μεγαλοβδομάδες,
Εισόδια, Πρωτοχρονιές,
Φώτα και Κυριακάδες,

δίνει ρυθμό, δίνει ζωή
και "ντιν" και "νταν" σημαίνει
και χαίρονται όλοι οι ζωντανοί,
κι όλοι οι αποθαμένοι.

Τόσο γλυκά κι ευλαβικά
που κρένει το γλωσσίδι,
στου δέντρου δίπλα τα κλαριά,
ο σπούργος με το φίδι,

σε μια διχάλα και τα δυο 

σιμά-κοντά κι αντάμα
χαίρονται κι ίσκιο κι ουρανό 

και της ζωής το θάμα.

χ'λιαράς-20/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Kι ετούτη η φωτογραφία, από το ..Καβαλιώτικο μπλογκ
http://kavalagreece.blogspot.com/

Πώς τραγουδούσε η ράτσα μας...!

 



Πώς τραγουδούσε η ράτσα μας...! 
Άλλοι λαλούν απ' το λαιμό
κι άλλοι με τους ζουρνάδες
κι απ' τα βαριά μνημούρια τους
μονάχα οι Χ'λιαράδες.

Τράβα ένα βράδυ παγερό
με φέγγος φεγγαρίσιο,
στην Άγια την Παρασκευή
στο κοιμητήρι οπίσω,

στάξε ρακί στα μνήματα
ν' ανάψουν τα μηλίγγια
να ζεσταθούν τα αίματα
ν' ανοίξουν τα λαρύγκια

και κάτσε και καμάρωσε
παρέα με το γκιώνη
πώς τραγουδούσε η ράτσα μας
και ζήλευε τ' αηδόνι.

Κάτσε και σώπα κι άκουσε
και στάσου κι ακουρμάσου
τη νύχτα και τον Άραχθο
και τα προγονικά σου

κι άκου το χασοφέγγαρο
κι άκου το Γάκη Σιόντη
που γλύκαινε τα κλέφτικα
στη γλώσσα και στο δόντι

κι ύστερα έλα να μου πεις
γι' άλλους τραγουδιστάδες
γι' άλλα κλαρίνα και βιολιά
και γι' άλλους λαλητάδες...

χ'λιαράς-22/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Ψυχούλες ήταν κι έζησαν...

 

‎(Τα χιόνια που παγωμένα κρέμονται σαν σπαθάκια,
μπροστά στο Χουλιαρόσπιτο: oι ψυχές των παλιών
νοικοκυραίων που κατεβαίνουν να επιθεωρήσουν το
γρέκι τους,όξω απ' το παραθύρι...
Ώσπου να λειώσουν και να ποτίσουν τις
στράτες που εδιάβηκαν ζωντανοί...
Για να ματαγυρίσουν
με το επόμενο χιόνι...) 


ΨΥΧΟΥΛΕΣ ΗΤΑΝ ΚΙ ΕΖΗΣΑΝ . . .

Ψυχούλες ήταν κι έζησαν
ψυχούλες κι εχαθήκαν'
ψυχούλες που σχωρέθηκαν
και σύννεφα γενήκαν

κι άσπρο χιονάκι ανάλαφρο
και λυγερές νιφάδες
κι εγύρισαν στο γρέκι τους
κάτω στους Χουλιαράδες.

Μαχαίρι οι μνήμες οι παλιές,
σπαθάκια στο μυαλό τους.
Σπαθάκια κρέμονται κι αυτές
'μπρός στο παράθυρό τους.

Θα λειώσουν.Θα ποτίσουνε
τις στράτες που διαβήκαν.
Ψυχούλες ήταν κι έζησαν
ψυχούλες κι εχαθήκαν'.

χ'λιαράς-25/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Όπου χειμώνας κι έλατα ( Αντώνης Μπενέκος :Τ' άστρου ο αγωγιάτης)

 


.(..Τούτος ο βουνίσιος Χουλιαριώτικος τόπος, μες στην τόση του ομορφιά, μαζί με τους τραγουδιστάδες, τους ήρωες και τους
αξεπέραστους μαστόρους-λαϊκούς τεχνίτες, έβγαλε
και λογοτέχνες, σαν τον Αντώνη Μπενέκο που κόπιασε
 για τη μόρφωση των ελληνόπουλων, τόσο σαν λογοτέχνης , όσο και σαν παιδαγωγός.Ακούραστα, ακόπαστα κι ανιδιοτελώς.)
Τ' ΑΣΤΡΟΥ Ο ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ

Όπου χειμώνας κι έλατα,
σαν βράχο μες στο χιόνι
και τον Μπενέκο,δίπλα τους,
βλέπω τον κυρ-Αντώνη.

Το δάσκαλο, τον άνθρωπο,
τ' άστρου τον αγωγιάτη*,
που γύρναγε απ' τους ουρανούς
με μια αγκαλιά γιομάτη

χρώματα, λάμψεις, σύννεφα,
-πλουμίδια ένα κι ένα-
για να τα φκιάσει το πρωί,
η τίμια του η πένα

γράμματα και σπουδάματα,
γράμματα-φεγγαράκια
να ταξιδέψουνε στο Φως,
δάσκαλοι και παιδάκια.

Τίμια πένα παναπεί
να γράφτεις με το αίμα
και να λαλείς σαν το τρελό
τ' αηδόνι μες στο ρέμα,

για την αυγή, το μέρμηγκα,
τ' άστρο και τον τσοπάνη
και για τον πετροκότσυφα
στου κυνηγού την κάννη.

Τίμια πένα παναπεί,
άμα τη χερακώνεις
να γράφτεις όπως έγραφτε
και γράφτει ο κυρ-Αντώνης.
............................................
Όπου Τζουμέρκα κι έλατα,
σαν ήλιο μες στο χιόνι
και τον Μπενέκο,δίπλα τους,
βλέπω τον κυρ-Αντώνη.

Το δάσκαλο το Χουλιαρά,
τον κομψολογογράφτη,
που 'χει την πένα τίμια
και παιδικό το μάτι.

Τίμια πένα παναπεί
να γράφτεις με το αίμα
και να λαλείς σαν το τρελό
τ' αηδόνι μες στο ρέμα,

για την αυγή, το μέρμηγκα,
τ' άστρο και τον τσοπάνη
και για τον πετροκότσυφα
στου κυνηγού την κάννη.

Τίμια πένα παναπεί,
άμα τη χερακώνεις
να γράφτεις όπως έγραφτε
και γράφτει ο κυρ-Αντώνης.

χ'λιαράς-7/9/2010-λεύτερη Πίνδος

(Ο τίτλος "Τ' άστρου ο αγωγιάτης", από το διήγημα "Οι αγωγιάτες" του χωριανού μας δάσκαλου,λογοτέχνη και παιδαγωγού Αντώνη Μπενέκου που διδασκόταν

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Οι γέροι στα Τζουμέρκα




Οι γέροι στα Τζουμέρκα
Οι γέροι, σαν ξαπλώνουν πάνω στα Τζουμέρκα,
κάνουνε προσκλητήριο κάτω απ' την κουβέρτα.
Λέν' ένα αργόσυρτο, θλιμμένο Πωγωνίσιο

κι έρχονται όλοι οι πεθαμένοι φίλοι πίσω...

Πίνουν ρακί και τραγουδούν, ώσπου να φέξει
κι ένα καυτό τους δάκρυ αφήνουνε να τρέξει,
τον άγιο πόνο τους να πάρει να τον πάει,
κάτω στον Άραχθο που σαν θεριό βογκάει!

Στρίβουν κι από 'να σέρτικο, βαρύ τσιγάρο,
να μαστουρώσουνε τον άκαρδο το χάρο,
κάμποσες ώρες το λογαριασμό να χάσει,
πέντ'-έξι αρρώστους φίλους μπας και τους ξεχάσει...

Ρίχνουν στο πάτωμα και μια χοντρή ροχάλα,
να γίνει θάλασσα, να πνίξει τα μεγάλα,
τα δίποδα κουνάβια τα προσκυνημένα,
τ' ανυποψίαστα, τα καλοζωισμένα!
.................................
Κι ύστερα, τα κεχριμπαρένια κομπολόγια,
παίζοντας, λέν' όλοι μαζί, τούτα τα λόγια:
-Χάρε, που ζύγωσες κοντά, δεν σε φοβάμαι,
φτάνει στο λάκκο τον βαθύ, εκεί που θα 'μαι,

να 'ρχεται ο σκώληκας, πρωί σαν ξημερώνει
κι απ' το ριζάφτι μες στ' αυτί μου να τρυπώνει,
τα σβωλιασμένα χώματα ν' αναμεράει,
για να γρικάω το βοριά που θα φυσάει

και θα μου φέρνει του Τσιαμπά την ταραμπούκα
και το κλαρίνο το γλυκό του Πετρο-Λούκα!
Κι εκεί στη μαύρη ξενιτιά που θα μισεύω,
να σ'κώνομαι σαν το θεριό και να χορεύω
" Άει γειά σ' αγάπη μ', γειά σ' γλυκιά περδικομάτα μ' ,
γεια σας κι εσείς χωματιασμένα, μαύρα νιάτα μ' !"
.................................
Οι γέροι, σαν ξαπλώνουν πάνω στα Τζουμέρκα,
τα όνειρά τους καίν' τ' αγίνωτα, τα στέρφα...
Αστράφτει κάτω απ' τη βελέντζα το τσακμάκι
και λαμπαδιάζουνε της μνήμης το κεράκι . . .

Το χιόνι,το ρολόι κι ο Αη-Δημήτρης στους Χουλιαράδες

 

(...Το χιόνι...Το ρολόι...Ο Αη-Δημήτρης προστάτης-φύλακας...Οι χωριανοί που φεύγουν...)



Πάλι το χιόνι, τ' άσπιλο, τ' αγνό,
το χιόνι που της  γης τα σπλάχνα τρώει.
Και το ρολόι, που ράθυμο κι οκνό,
βροντάει σαν πωγωνίσιο μοιριολόι.

Το 'να, απαλό, καθάριο, παγερό,
με τ' άσπρο της ζωής γι' αρματωσιά του.
Και τ' άλλο ωσάν τη μήτρα στρογγυλό,
τη μήτρα της ζωής και του θανάτου.
...................
Ο Αη-Δημήτρης πλάι τους, βουβός,
τους χωριανούς σπλαχνίζεται με πόνο.
Τροχάει τη σπάθα του άγρυπνος κι ορθός,
μα ο Τάταρης διαβαίνει απ' άλλο δρόμο.

χ'λιαράς-19/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Ο Αη-Νικόλας ο Χ'λιαράς

 

(...O Aη-Νικόλας,των καραβιών και των κυμάτων,του μπάτη και της θαλασσινής αρμύρας, των ναυτικών κι όλων μας...
Ο -και Χ'λιαράς!- Αη-Νικόλας...
Ψηλά στα φιλόξενα βουνά μας..!
Εδώ, όπου βρίσκουν κι οι θαλασσινοί απάγκιο

στους λόγκους,στα ψηλώματα
και στου βουνού τη μπέσα,
γιαλέσα - γιαλέσα...! )

Ο ΑΗ-ΝΙΚΟΛΑΣ Ο Χ'ΛΙΑΡΑΣ
Eδώ δεν έχει θάλασσα
και βάρκες,Αη-Νικόλα,
γιαμόλα-γιαμόλα,

μονάχα βράχους και βουνά
κι ανθρώπους όλο μπέσα,
γιαλέσα-γιαλέσα.

Θέλει ν' αντέχεις το ρακί
και να 'σαι σ' όλα μέσα,
γιαλέσα- γιαλέσα.

Θέλει και χοντροπάπουτσο
με πέντε πόντους σόλα,
γιαμόλα - γιαμόλα, 

οι πέτρες μη σε κόβουνε 
ως το ποδάρι μέσα, 
γιαλέσα-γιαλέσα.

Θέλει τα ζούδια ν' αγαπάς
και τα κλαράκια όλα,
γιαμόλα- γιαμόλα,

για να σε πάρει η μάνα-γη
στην αγκαλιά της μέσα,
γιαλέσα- γιαλέσα.

χ'λιαράς-20/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Στην Αγια-Τριάδα

 


‎(Εκεί ψηλά, στα χίλια διακόσια μέτρα,το καντηλάκι της Αγια-Τριάδας, μονάχο του,προσμένει λαδάκι και φωτίτσα ...Για ν' ανάψει και να γιορτάσει...Πάντα μονάχο... )



Καντήλι ετριζοβόλαγε 

μέσα στην εκκλησιά του,
γύρευε το λαδάκι του
έψαχνε τη φωτιά του,
ζητούσε ξαναζήταγε
τον ψάλτη τον παπά του.

Kαι του 'ψελνε η πέτρα
στα χίλια τόσα μέτρα
γλυκά το "Υπερμάχω"
κι επρόσμενε μονάχο.
...............................
Λαδάκι πήγε κι έσταξε
ο πεύκος το ρετσίνι,
φωτιά η αυγή διακόνεψε
στου Ήλιου το καμίνι...
...Το καντηλάκι άναψε.
Το χάρηκε η Σελήνη.

Και του 'ψαλε η πέτρα
στα χίλια τόσα μέτρα
το "Δόξα.." κι "Υπερμάχω"
κι εγιόρτασε μονάχο.

χ'λιαράς-2/9/2010-λεύτερη Πίνδος

Ουράνιο τόξο


 (...Το ουράνιο τόξο: ένα εφτάχρωμο άλογο, να κατεβαίνουν στη Γη οι αποθαμένοι,σαν πάψει η μπόρα...Να τρών' να πίνουν κι οπίσω να γυρνούν, παρακαλώντας πότε να ξαναβρέξει...)

ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ 

Σαν πάψει η μπόρα η δυνατή,
ουράνιο τόξο βγαίνε
ι,
να κατεβαίνουνε στη Γη
για λίγο, οι αποθαμένοι.

 Έρχονται απ' τον Παράδεισο,
αποθυμιά γιομάτοι,
καβάλα στο εφτάχρωμο
της ίριδας το άτι.

Μήτε οι δικοί τούς νιώθουνε,
μήτε αλυχτούν ζαγάρια,
μονάχα οι πόρτες οι βαριές
τούς νιώθουν στα κελλάρια.

Μπαίνουνε, τρών' και πίνουνε,
κάνουν γλυκό κεφάλι
και φεύγοντας παρακαλούν
πότε να βρέξει πάλι.

χ'λιαράς-21/8/2010-λεύτερη Πίνδος
 

Αντάρα




‎(...Η γοητεία της βουνίσιας αντάρας...)

Αντάρα
Αντάρα θέλει ο κότσυφας

 να βγαίνει στο σεργιάνι,
να μην τον βλέπει η σκοτεινή
του κυνηγού η κάννη.

Αντάρα τα ψηλά βουνά,
μη τα ματιάζει ο κάμπος,
που 'χουν το μπόι το τρανό
και των γκρεμών το θάμπος.

Αντάρα, μάτια μου, κι εγώ,
να 'ρχομαι σαν αγέρας,
να μη με βλέπει ο άντρας σου,
που μοιάζει σου πατέρας...

χ'λιαράς-20/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Πέτρα Χουλιαριώτικη

 

(...Η πέτρα στο καμπαναριό...Η πέτρα στο βουνό πίσω...Η πέτρα-θεά και μαζί φλέβα στη ράχη απ' τα Τζουμέρκα...Η πέτρα κι η κλεφτουριά...Η πέτρα κι η Ορθοδοξία... H πέτρα που υπόγεια αλλά τόσο δυνατά,δίνει αιώνια στον Ηπειρώτη,ρυθμό-βάρος-αξία...)

Η πέτρα.Το καμπαναριό.
Η πέτρα . Η καμπάνα.
Η πέτρα.Το ψηλό βουνό.
Η πέτρα.Η γη μας-μάνα.

Η πέτρα.Η πέτρα η κρουστή.
Η πέτρα η γκρίζα αφέντρα.
Η πέτρα η φλέβα η κοφτερή
στη ράχη απ' τα Τζουμέρκα.

H πέτρα δίνει το ρυθμό,
δίνει βάρος κι αξία,
γεννάει γερό ελληναριό
γεννάει κι ορθοδοξία.
.................................
Καλός ψηλός ο Όλυμπος,
καλός σεπτός ο Άθως,
μα στα Τζουμέρκα έλαμψε
της κλεφτουριάς το πάθος.

χ'λιαράς-20/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Η εξαίσια φωτογραφία από το ..Καβαλιώτικο μπλογκ
http://kavalagreece.blogspot.com/

Ποτάμι είναι και βιάζεται

 


‎(Το ποτάμι...Οι πνιγμένοι του...Η λήθη...Η ζωή...)

ΠΟΤΑΜΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΒΙΑΖΕΤΑΙ...`

Ποτάμι είναι και βιάζεται,
ποτάμι είναι και πάει.
Τα ζωντανά τα νοιάζεται,
τ' άψυχα τα νογάει.

Δίνει και στους πνιγμένους του
λωτούς, για να ξεχνάνε
παιδιά, μανάδες κι αδερφούς
και φίλους που αγαπάνε.

Μα σαν φουσκώνουν τα νερά,
μάνα μ' τα πρωτοβρόχια,
παίρνει το ρέμα τούς λωτούς,
παίρνει τ' Άδη τα βρόχια

και πάν' να βρουν τους ζωντανούς,
όλο χαρά οι πνιγμένοι.
Κανείς δεν τους θυμάται πια.
Γυρνάνε λυπημένοι.

Δένουν μια πέτρα στο λαιμό
για να ματαπνιγούνε,
μπράτιμοι με τον ποταμό
για πάντα να γενούνε.

χ'λιαράς-19/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Εψές-προψές εχιόνιζε...





‎(..H γωνία λήψης της φωτογραφίας, αποπάνω !
Μοιάζει λες και ψήλωσε η Γη απ' το πολύ χιόνι που τη σκέπασε κι
έφτασαν τα Χουλιαροχώρια μισήν οργιά απ' τον ουρανό...)



Εψές-προψές εχιόνιζε


 Εψές-προψές εχιόνιζε
κι ο κόσμος εσκεπάστη
κι έφτασε η Γη και ψήλωσε
μισήν οργιά απ' τον Πλάστη.

Μισήν οργιά απ' τον ουρανό
και τα Χουλιαροχώρια.
Οι χωριανοί τα σύννεφα
φορέσαν' πανωφόρια

κι άλλος στην Πούλια για ρακί
και για γλυκιά ρετσίνα
κι άλλος στον Ήλιο το πρωί
για τάβλι και κολτσίνα.

χ'λιαράς-22/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Έλατα είκοσι κι εφτά (Στον Κριτσμή και τη βασανισμένη μάνα του)



EΛΑΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΚΙ ΕΦΤΑ (Στον Κριτσμή)

Όταν επιάσαν τον Κριτσμή
το λοχαγό του Άρη,
Μάυδες είκοσι κι εφτά
είκοσι εφτά φαντάροι

και τον κλαρίζαν' -μάνα μου !-
σα βέργα, σαν πουρνάρι,
το Χουλιαρά τον άντρακλα
του Μίντζα το καμάρι,

είδε και φρύαξε ο Θεός,
του γύρισαν τα μάτια
κι είπε να ρίξει κεραυνό
να γίνουνε κομμάτια.

Μα ήταν εικοσάχρονα
παιδιά γεμάτα χάρη,
Μάυδες είκοσι κι εφτά
είκοσι εφτά φαντάροι.

Στο διάσελο τούς έκανε
με δάκρυα στα μάτια,
έλατα είκοσι κι εφτά,
είκοσι εφτά ελάτια.

Αλλά σαν βγαίνει του Κριτσμή
η μάνα απ' το κιβούρι,
νιώθουνε κι από κλάρισμα
κι από βαρύ τσεκούρι.

χ'λιαράς-22/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Οι μεγαλύτεροι χωριανοί ξέρουν...Ρωτώντας μαθαίνουν κι οι νεότεροι...
Σχετικά με τον Κριτσμή -και τη βασανισμένη μάνα του- μπορεί να διαβάσει κάποιος στο εξαιρετικό ομώνυμο διήγημα του Μιχαλιτσιώτη λογοτέχνη και δασκάλου Νίκου Β. Κοσμά, που μάλιστα είχε δημοσιευτεί παλιότερα σε κάποια αθηναϊκή εφημερίδα, στο ακόλουθο λινκ :
http://www1.rizospastis.gr/page.do?publDate=12%2F10%2F2003&id=3888&pageNo=8&direction=1

Άραχθος

 


‎(...Ο Άραχθος ...Και το μοιριολόι του που όλο χάνεται στη θάλασσα...
...Κι όλο γεννιέται απ' την αρχή...Κι αιώνες τρέχει κάτω απ' το χωριό...
...Άλλο ποτάμι κάθε φορά...Άλλα νερά...Άραχθο το λέμε εμείς, πάντα...)

AΡΑΧΘΟΣ

 "-Αρ-αχ !αρ-αχ ! αρ-αχ ! κι αχ-ά !" ,
βαριομοιρολογά
ο φουκαράς ο Άραχθος
στη μέση στα βουνά,

με δέκα πετρογέφυρα
γιορντάνι στο λαιμό
και μύρια αστροφεγγίσματα
πετράδια στον αφρό...

"-Αρ-αχ !αρ-αχ ! αρ-αχ ! κι ωχ-ώ !
κορμάκι μ' δροσερό,
που θα σε φάει η θάλασσα
και τ' αρμυρό νερό!

Αρ-αχ !αρ-αχ ! αρ-αχ ! κι ωχ-ώ !
να 'μουν αντράκι νιό,
να χτίσω κάστρο γύρω μου
να φτάνει ως το Θεό,

σαν τα Τζουμέρκα ολόιδιο
μεγάλο κι αψηλό
να μη με φτάνει η θάλασσα,
με τον ωκεανό!

Δροσιά στον κόσμο στάλαξα,
μα θα με φάει η θάλασσα.

Να 'χα ποδάρια ν' ανεβώ
στο πιο ψηλό βουνό,
μακριά απ' τις μαυροθάλασσες,
κι απ' τ' αρμυρό νερό.

Αρ-αχ !αρ-αχ ! αρ-αχ ! κι αχ-α !,
γεια σας βουνά μ' πλα-τύ-ρ-αχ-α . . ."

χ'λιαράς-2009-λεύτερη Πίνδος

Στα βουνά, στους ποταμούς, είν' οι "Πάπυρος-Λαρούς"...!

 


‎(...Οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται τις καταπληκτικές
παλιές εγκυκλοπαίδειες "Πάπυρος Λαρούς"...
...Πραγματικά θησαυροφυλάκια γνώσεων...
..Ε λοιπόν, πάντα πίστευα κι όσο μεγαλώνω το πιστεύω
περισσότερο ότι, πάνω κι απ' αυτές ακόμα τις

"Πάπυρος Λαρούς", η απόλυτη αληθινή γνώση, υπάρχει
και διδάσκεται μονάχα ψηλά στα βουνά...
...Πας μοναχός σου εκεί πάνω, κάθεσαι και μελετάς
στο σκαμνί της ερημιάς και τα μαθαίνεις ΟΛΑ..Αρκεί πρώτα,να
κάτσεις να προσκυνήσεις την πέτρα και τον ασπάλαθο κι όλα τα ταπεινά ζούδια-αφέντες άκακους της Πλάσης...)

ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ, ΣΤΟΥΣ  ΠΟΤΑΜΟΥΣ,
ΕΙΝ' ΟΙ "ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ" !

Στα βουνά , στους  ποταμούς
είν' οι "Πάπυρος Λαρούς".
Τις ανοίγεις μια φορά
κι έχεις δέκα ντοκτορά,

τις διαβάζεις δυο και τρεις
γίνεσαι καθηγητής
κι αρχηγός και πρύτανης
και  σοφός όσο κανείς...

Κυπαρίσσι μου ψηλό,
φεγγαράκι μου γλυκό,
φέξτε μου για ν' ανεβώ
στο βουνό το δάσκαλο
στο βουνό τον ασκητή
και τον παρηγορητή.
.................................
Στα βουνά, στους  ποταμούς
είν' οι "Πάπυρος Λαρούς",
στου σπουργίτη τα φτερά
και στα πέτρινα νερά.

Κάθεσαι και μελετάς
στο σκαμνί της ερημιάς.
Θα σε πάρει η μάνα-γης,
κρίνος του βουνού θα βγεις.

Κυπαρίσσι μου ψηλό,
φεγγαράκι μου γλυκό,
φέξτε μου για ν' ανεβώ
στο βουνό το δάσκαλο
στο βoριά τον ασκητή
και τον ξομολογητή.

χ'λιαράς-2/9/2010- λεύτερη Πίνδος

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Χιόνι στους Χουλιαράδες(Το παγωμένο μάνα τ' ουρανού)

 

‎(...Το χιόνι : το παγωμένο μάνα τ' ουρανού...!)



Πέφτει το χιόνι τ' ουρανού,

το παγωμένο μάνα,
χαράματα τ' Αη-Βασιλειού,
θάμα, γιορτή και τάμα.

Πέφτει το μάνα τ' ουρανού.
Χαίρονται τα ποτάμια,
χαίρονται οι μαυροθάλασσες
και τα βαριά μαντάνια.

Θα πιούνε, θα γυρίσουνε,
θα πιούνε, θ' αυγατήσουν.
Θα πιουν κι οι έρμοι οι νεκροί
τη δίψα τους να σβήσουν

κι όσοι είναι αμούστακα παιδιά,
το χώμα θα μεριάσουν,
στην άκρη στο μνημούρι τους
χιονάνθρωπο να φκιάσουν.

χ'λιαράς-21/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Η μικρο(ε)κκλησιά των αστεριών

 


Ετούτο εδώ το βουνίσιο εκκλησάκι...Eτούτη εδώ η μικροκκλησιά(=μικρή εκκλησιά), αγνάντια απ' τη Στρογκούλα....Μισή οργιά απ' το Θεό,μισή κι από τ' αστέρια...Η μικρή εκκλησιά των αστεριών...Η μικροκκλησιά των αστεριών !

Η ΜΙΚΡΟΚΚΛΗ
ΣΙΑ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Eτούτη εδώ η μικροκκλησιά,
τ' άγιο μικρό το κάστρο,
έχει παπούλη το βοριά,
καντηλανάφτη τ' άστρο.

Έχει και χίλια αητόπουλα
να τρέχουνε κοντά της
σαν τα τρελά παιδόπουλα
ν' ακούν την ψαλμουδιά της.

Γύρω,βράχοι και σύννεφα,
Αρχάγγελοι, δροσούλα
κι Άγιος Θεός κι αθάνατος
γιόμα, νυχτιά κι αυγούλα,

ασπάλαθοι-εξαπτέρυγα,
μέρμηγκες-παπαδάκια,
πρωτοψαλτάδες-τζίτζηκες,
ασκηταριά-κρινάκια,

της πέτρας τα εικονίσματα
γερμένα στην αφάνα,
των άστρων ο εσπερινός,
του κεραυνού η καμπάνα.

Πηγαίνω κι όλα τα 'ναι εκεί
-και πάντα εκεί θα τα 'ναι-
σκύβω σεμνά την κεφαλή
και μ' αντιχαιρετάνε.
.............................................
Η εκκλησιά των αστεριών ,
την Πίνδο λειτουργάει,
τριζοβολάει το "δι' ευχών",
τον ήλιο κοινωνάει.

Μερεύουν κάτω μακριά
η αγροτιά κι ο κάμπος
κι αντίδωρο χορταίνουνε,
της νύχτας τ' άγιο θάμπος.

χ'λιαράς-14 Αλωνάρη και 30 Αυγούστου 2010-λεύτερη Πίνδος

Η βρύση

 

(..Η βρύση του χωριού...Πόσα είδε...Πόσα άκουσε...)

Η ΒΡΥΣΗ 
-Πόσα είδες, πόσα ξέρεις,
έρμη βρύση, πόσα,
στη γωνιά που στέκεις, χρόνια
πάνω από διακόσια ;

..Έμορφες και μαυρομάτες...
Αφεντάδες..Δούλοι...
Πόσοι πήραν τη δροσιά σου,
στ' άσπρο σου πεζούλι ;

-Όσα είδα κι όσα ξέρω,
δεν τα μαρτυράω!
Μυστικά τα λέω τις νύχτες
και τα μολογάω

στον αγέρα που φυσάει
δίπλα μου και πάει
κι ήσυχα καθώς διαβαίνει,
με ξομολογάει...

χ'λιαράς-22/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Όταν αστράφτει στα βουνά




Όταν αστράφτει στα βουνά...
Όταν αστράφτει στα βουνά
και τρέμουνε τα κέδρα,
κάνει κολπάκια ο διάολος
κι έχει ο Χριστούλης νεύρα.

Βγάνει στα ρακοκάζανα
ρακί σαράντα γράδα
και μόνος του στην κόλαση
πίνει να γίνει λιάδα.

Και κάθεται ο καψο-Χριστός
στεγνός και τον κοιτάει
το διάολο το μερακλή
και το μοναχοφάη

και παίρνει ανάποδες στροφές
και χάνει τα μυαλά του
και ρίχνει αβέρτα αστραπές
να κάψει την ουρά του.
....................................
Όταν αστράφτει στα βουνά, 

καργάρωσ' τα καντήλια
ρακί, να πίνει ο Χριστός
να μην τον πιάνει ζήλια.

Άσε και δυο μπουκιές ψωμί
ψηλά στο παραθύρι.
Eίναι αμαρτία κι άπρεπο
να πίνει ξεροσφύρι...

χ'λιαράς-22/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Εχιόνιζε έξι μέρες στο χωριό...

 

‎(Το χιόνι...Οι ροδιές στο χιόνι...Οι μνήμες...Οι νεκροί...)

ΕXIONIZE EΞΙ ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ...

Εχιόνιζε έξι μέρες στο χωριό.

Την έβδομη, άκουσα πικρά τον γκιώνη
να σκούζει, ξημερώματα στις δυο
κι αμάξι να τραβάει -βαρύ- στο χιόνι.

Πρόλαβα στο Κλαράκι να το δω:
Το λεωφορείο του Τσιμόβου ήταν.
Στην άλλη τη στροφή -η ώρα δυο-
οι επιβάτες στ' άστρα αναληφτήκαν.

Οι ρόδες μείναν' πίσω μοναχά
κι οι λαμαρίνες και το γκρι τιμόνι.
Κυλήσανε στον Άραχθο βαθιά.
Πενήντα η μνήμη χρόνους τα παγώνει.
...............................
Εμείναν κι άλλοι δυο-και τρεις, μπορεί-
πίσω, τον κυνηγάρη εκειόν το μήνα.
Μα αργότερα αναλήφτηκαν κι αυτοί,
άλλος στα Γιάννενα, άλλος στην Αθήνα...

χ'λιαράς-19/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Ο δρόμος για τους Χουλιαράδες (..και το Ζάμπο)

 


‎(..Διότι, δεν γίνεται ανέβασμα στους Χουλιαράδες, χωρίς να κάτσεις να πιεις ρακί στο Ζάμπο...)

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ(και το Ζάμπο)
Δρόμος οπού 'ναι γυριστός

σαν τις περιπλοκάδες,
μία σε βγάζει στο Θεό,
κι εννιά στους Χουλιαράδες.

Με σεβασμό να τον πατάς
χωρίς πολλές κουβέντες.
Τον διάβηκαν φτωχόπαιδα
κι αρχόντοι και λεβέντες.

Παίρνει φωτιά η μηχανή
αν είσαι με τ' αμάξι,
τρυπάνε και τα λάστιχα
και ποιος να σου τ' αλλάξει ...

Κάτσε και τάξε στον Αη-Λια
λαμπάδες και λαδάκι,
να μη σε φάν' τα πέταλα
να φτάσεις στο Κλαράκι.

Χάραξ' και το "πάτερ ημών"
στο βράχο με το νύχι
κι αν φτάσεις στα Σιοντέικα
θα 'ναι μεγάλη τύχη.

Ακόμα δέκα βήματα
θα πιεις ρακί στο Ζάμπο,
πάρ' τον μπερέ του να κουνάς
να περγελάς τον κάμπο...

χ'λιαράς-22/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Στη γέφυρα στο Τσίμοβο

 

 (Το νερό...Η ζωή...Τα γεφύρια...Ο χρόνος που όλα τα καταλύει...Η μοίρα του ανθρώπου, η μοίρα η βαριά...)

ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΣΤΟ ΤΣΙΜΟΒΟ
Μια νύχτα, η μοίρα η βαριά,
η μοίρα του ανθρώπου,
κατέβαινε απ' τα βουνά
και πάαινε όπου-όπου.

Στη γέφυρα στο Τσίμοβο,
στου ποταμού τη δίνη,
δίνει νερό τ' αλόγου της,
πίνει νερό κι εκείνη

και στρώνει φύλλα και κλαριά
να κοιμηθεί να γείρει
μα τόσο που 'τανε βαριά,
γκρεμιέται το γεφύρι

και πέφτει στα βαθιά νερά
μαζί με τα τσιμέντα,
τ' ανθρώπου η μοίρα η βαριά
η σκοτεινή η αφέντρα.
........................................
Σαράντα τρεις την τράβαγαν ,
σαράντα τρεις χαθήκαν'.
Τη μοίρα την ανθρώπινη,
στη στράτα τους τη βρήκαν.

χ'λιαράς-19/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Αγια-Παρασκευή(Στερνή εκδρομούλα)

 


‎(Πώς όμορφα βάφεται στον ήλιο ο τοίχος γύρω απ' το έμπα της εκκλησιάς μας της Αγια-Παρασκευής...!Εκεί που το στερνό μας γλέντι θα κάμουμε, βαθιά στη γης την πατρική..Τη στερνή μας εκδρομούλα...)

Αγια-Παρασκευή(Στερνή εκδρομούλα)

Εδώ π
ου η πέτρα βάφεται
στον ήλιο, σαν το ρόδι,
θα 'ρθώ, στερνή περπατησιά
να σύρω.Θα 'ν' το ξόδι

γλέντι βαθιά στην πατρική
τη γης, γλυκιά εκδρομούλα :
Γιάννενα - Αγια-Παρασκευή
αγνάντια απ' τη Στρογκούλα...!
...........
Θα τρίζει το καμπαναριό :
"- Γεια σου, χ'λιαρά ! Δρόμο καλό..!"

χ'λιαράς-18/8/2010-λεύτερη Πίνδος