Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Ο Κωστα-Τζίρης






....ο Κωστα-Τζίρης....χωριανός μου και συγγενής ο μπαρμπα-Κώστας.....76άρης πλέον, σπαθάτος λεβεντόγερος που βόσκει το κοπάδι με τα γίδια του πάντα στην τοποθεσία "Τζίρη" ,(απ' όπου και το Κώστα-Τζίρης) ,λίγο έξω απ' το χωριό μας τους Χουλιαράδες, ψηλά στα 1100 μετρα......πάντα εκεί, όταν τρέχω τον συναντάω, τον χαίρομαι έτσι μοναχό του μα δυνατό, δίπλα στο κοπάδι του, ορθό κι αγέρωχο, και τον χαιρετάω από μακριά με τη φραση "-Αίμα!", (με το "α" μακρόσυρτο:"-Αίμααααααα!"), λόγω συγγένειας και κοινού βεβαια αίματος.....όπου λοιπόν, πριν λίγες μερες, εκεί που ετρεχα τον ειδα εμπρός μου,αλαφιασμένο και με σβελταδα και βιάση εφήβου να ψάχνει μες στο σύθαμπο -είχε ήδη πέσει η νύχτα- να βρει δυο γίδια που 'χαν ξεκόψει απ' το κοπάδι κι ειχαν χαθεί μες στο λόγκο.....μου φάνηκε, μες στη στενοχώρια που τον έλουζε απ' την κορφή ως τα νύχια, σαν Άγιος του βουνού και του λόγκου, που αγωνιούσε για τη τύχη όχι δυο τετράποδων, αλλά δυο ψυχών που τις λογάριαζε σαν ανθρώπινες κι ακόμα παραπάνω : σαν παιδιά του...... απόμεινα εκεί κάμποσην ώρα, να τον ακούω που καλούσε με δυνατές φωνές τα δυο ξεστρατισμένα ζωντανά, και θαρρώ πως με τόση συντριβή που πλανιόταν μες στο σκοτάδι, ανάμεσα σε κοφτερά λιθάρια, πουρνάρια κι ασπαλάθια, στα τυφλά σχεδόν πατώντας, δεν μπορεί παρά να 'σκυψε πάνω του να τον βοηθήσει η Πλάση ολάκερη με τα βουνά της Πίνδου που θα επιστράτευσαν ως και τους Αη-Λιάδες των ξωκλησιών τους να βγουν και να ψάξουν τα δυο τα ζωντανά του Κωστα-Τζίρη.....  

Ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης  
-σαν σμίγαμε, "-Αίμα!" πάντα τον καλούσα  
έτσι που ωσάν πατέρα τον τιμούσα-  
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης,  

πως το βραδάκι εκείνο του Αλωνάρη,  
που απ' το κοπάδι του είχανε ξεκόψει  
δυο γίδια, και μ' ωχρήν ο Κώστας όψη  
τα εγύρευε κάτω απ' τ' αχνό φεγγάρι,  

ώρες πολλές μέχρι τον πρώτο όρθρο,  
πατώντας στα τυφλά,θάμνους, λιθάρια,  
κέδρα, ασπαλάθια κι όχτους και πουρνάρια,  
κι εφώναζε κι εχάλαγε τον τόπο,  

 κι έπεφτε όπως σκουντούφλαγε, και πάλι  
σηκώνονταν κι έκραζε απελπισμένα  
τα ζωντανά που 'ταν ξεστρατισμένα,  
ολόγυρα γυρνώντας το κεφάλι  

να φτάνει ως κάθε διάσελο και ράχη  
η λαγαρή η στεντόρεια φωνή του,  
κι ας ραγισμένη η ευγενική ψυχή του  
τρεμόπαιζεν εντός του ωσάν το στάχυ  

στο φύσημα του δυνατού του αγέρα,  
πως πάνω , ω! πάνωθε απ' τον Κωστα-Τζίρη,  
σκυμμένα μες στο σύθαμπο είχαν γείρει  
της Πίνδου τα βουνά, απ' το Γράμμο πέρα  

ως κάτω απ' το Αιγαίο τον Ψηλορείτη,  
με μιαν στα βράχια τους χυμένη θλίψη,  
που 'χεν η γης -θαρρείς- άξαφνα ανοίξει,  
κι ωσάν τον κλέφτη ωσάν τον λωποδύτη  

τα ζωντανά του Κώστα είχεν αρπάξει,  
κι εφέγγανε με τ' άσπρα τους λιθάρια,  
εκεί που 'σερνε ο Κώστας τα ποδάρια,  
να δει καλά τον τόπο και να ψάξει,  

κι έτσι που η Πλάση, για δικιά του χάρη  
-ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης  
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης-  
με λύχνο το φεγγάρι του Αλωνάρη,  

απ' τα κλειστά ξωκλήσια, τους Αη-Λιάδες  
ευγενικά στη νύχτα είχε καλέσει  
να κατεβεί ο καθείς τους να γυρέψει  
τα ερίφια στους γκρεμούς και στις κορφάδες,  

το Σύμπαν την ανάσα του εβαστούσε,  
κι ω! μάρτυς μου ο προστάτης των αιπόλων  
που 'ναι κι ο χτίστης κι ο προστάτης όλων, 
 εκεί που ολονυχτίς βαριοπατούσε  

ο ταπεινός βοσκός ο Τζουμερκιώτης,  
κυκλάμινα και ρόδα αράδα ανθίσαν'  
κι αηδόνια απάνωθέ τους φτερουγίσαν'  
στο φέξιμο της χαραυγής της πρώτης,  

κι εψήλωσαν, κι έφτασαν τα Τζουμέρκα  
-ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης  
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης-  
απ' το στερέωμα τ' ουρανού δυό μέτρα!  
ά. - λεύτερη Πίνδος - 12 Αλωνάρη του 2016

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Στην πλατεία στους Χουλιαράδες, η γουρούνα



...ντάλα μεσημερι Κυριακής τ' Αλωνάρη, η γουρούνα διαβαίνει στη δημοσιά του χωριού στα 1100 μετρα ψηλά, ετοιμη ν' απογειωθεί ,θαρρείς,για τ' απέναντι Τζουμερκιώτικα αγριοβούνια...η γουρούνα μαρσάρει, ο δρόμος γιομίζει μυρουδιά μπεντζίνας, που σμίγει με τη μυρουδιά απ' το ρακί που αναδύεται απ' τα 2 παρακείμενα μαγαζιά της πλατείας,ο θόρυβος του μαρσαρίσματος ξυπνάει τους αποθαμένους στο  κοιμητήριο της Αγια-Παρασκευής ακριβώς αποπάνω, οι αποθαμένοι πάνε για μια κολτσίνα στο μαγαζί του Δήμου...η Κυριακή λιγοθυμάει απ' την ανάκατη μυρουδιά μπεντζίνας και τσίπουρου...ή μεσημβρινή ραστώνη ψηλά στα 1100 μέτρα....
Μεσημεράκι τρεις παρά
μες του χωριού τη δημοσιά
διαβαίνει -ω!να!- η γουρούνα
να ζώσει ποταμούς βουνά
Άραχθο Αώο Τσαμαντά
Τζουμέρκα και Μελούνα. 

Ψηλά στη γέρικη σκαμνιά 
κάμπιες τζιτζίκια και πουλιά  
και μέρμηγκες μιλιούνια 
 κουνούν μαντήλι στο κλαδί
και τραγουδούν "ώρα καλή",
κι αγνάντι τ' αγριοβούνια 

διάπλατη ανοίγουν αγκαλιά 
καμπάνες κρούουν και κυπριά 
και κοπαδιών κουδούνια. 
Μεσημεράκι τρεις παρά 
μες του χωριού τη δημοσιά 
διαβαίνει η γουρούνα.  
 .......................................
 Λιγοθυμάει η Κυριακή,
μπεντζίνα, ασπάλαθοι, ρακί 
στο μαγαζί κλαρίνα, 
κι απ' την Αγια-Παρασκευή  
οι αποθαμένοι πάν' γραμμή 
στο Δήμο για κολτσίνα.

ά.- 30 Αλωνάρη του 2017

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Πάσχα του '70, στην Αγια-Μαρίνα στα Γιάννενα




...μνήμες Πασχαλιάτικες του '70...η μάνα,σαν έμπαινε Μεγάλη Τετάρτη,αρχίναγε μέγα αγώνα με τη ραπτομηχανή της τη Singer,να μεταποιήσει/μπαλώσει τα παλιά,να κάνει η φαμίλια Ανάσταση στην Αγια-Μαρίνα στα Γιάννενα,με καλά ρούχα...στο χωριό παλιότερα,πριν κατεβουμε στα Γιάννενα,δεν μας βάραιναν τετοια... ...Σαν φύγαμε, θυμάμαι, απ' το χωριό,  η μάνα απ' τη Μεγάλη την Τετάρτη  στα Γιάννενα βαριάν είχε θαρρώ  μιαν έγνοια:την Ανάσταση που θά 'ρτει  πώς θά 'ναι όλη η φαμίλια με καλά  ρούχα, ντυμένη στην Αγια-Μαρίνα,  κι εμπάλωνε όλη μέρα τα παλιά  και τά 'φκιανε ολοκαίνουργα και φίνα,  τέτοια μοδίστρα που ήταν διαλεχτή,  κι ακόμα, μάρτυράς μου ας είν' ο αγέρας  γύρω απ' το Λαμπριάτικο κερί, πως το Χριστός Ανέστη ο πατέρας   σαν έλεγε, το πρώτο το φιλί   το 'δινε ψιθυρίζοντας στη μάνα  "-Κράτα καλή μου!" Κι όλοι οι ψαλμοί  μαζί κι η αναστάσιμη καμπάνα  "Κράτα καλή μου" ηχούσανε κι αυτοί,   "Κράτα καλή μου" κι ο Ουράνιος Χτίστης,  "Κράτα καλή μου" κι οι Αρχαγγελικοί  ραφτάδες μες στη ραπτομηχανή της... ά. - λεύτερη Πίνδος