Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Βουνίσιο ραβαϊσι

 
Ασπρότατη, άκρα αταραξιά.
Το σπίτι απεκοιμήθη
-σπούργος ατάιστος στο λευκό
της μάνας-γης τ' αστήθι.

Νιφάδες-κόρες ξέστηθες,
βοριάδες-αμανέδες,
στα παραθύρια τρίζουνε
μεράκια οι μεντεσέδες

κι απόξω, η φλέβα του κισσού
χαρά σημαίνει κι όρθρο
και κρούει στην πόρτα τη βαριά
το σκουριασμένο ρόπτρο, 

Βγαίνει του πάππου μου η ψυχή,
μικρό παιδί  στο πράκι,
τραβάει για χιονοπόλεμο
στη Ρόβη, στο Κλαράκι : 

"-Άσπρο χιονάκι, ξέξασπρο,
μαύρα μου κι έρμα νιάτα..."
Μαργώνουν τα ποδάρια του
στην παγωμένη στράτα, 

όνειρο γέρνει καταγής,
κέδρο αψηλό νυχτώνει,
λύκος κοιμάται αμέρωτος
κι αγέρας ξημερώνει, 

φυσάει, στήνει στα Γιάννενα
βουνίσιο ραβαϊσι
και βρίσκω τις ριζούλες μου
οπού 'χα ξαστοχήσει...  



 το ραβαϊσι=το γλέντι 

 χ'λιαράς/λεύτερη Πίνδος/21 Δεκέμβρη 2011-το πρώτο χιόνι στο χωριό