Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Αποσταμένος,μιαν αυγή ...


Αποσταμένος μιαν αυγή θα ξεπεζέψω 
απ' τ' άγριο τ' άλογο το μαύρο με τους στίχους 
και τα τραγούδια.Θα χιονίζει η Πλάση απ' έξω 
κι εγώ χορτάτος από ποιήματα και ήχους  
 
στη βρεφική μου σαρμανίτσα πλάι θα γείρω, 
του πεθαμένου μου αδερφού θ' αναζητήσω 
τα γέλια τα καμώματα, και με το μύρο   
της μάνας διάχυτο παντού θα ξεψυχήσω,  

κι οι τοίχοι, οι τοίχοι του σπιτιού που ακούσαν' τόσα,  
και πιότερα είδαν, δυο αιώνες καραούλι,
θα γκρεμιστούν, αλαλιασμένοι σαν την κλώσσα  
που ομπρός της σβήνει το στερνό της κλωσσοπούλι,  

κι αυτός ο βρόντος μες στο πατρικό το κτήμα 
σαν τα λιθάρια θα σωριάζονται στο χώμα, 
η πιο σπαραχτική στον κόσμο  θα 'ναι ρίμα
κι απ' το "-Τετέλεσται!" του Ναζωραίου ακόμα. 
ά.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Κλειστά σπίτια στο χωριό...


 https://www.youtube.com/watch?v=BzY4lFe5ESw 
...Χουλιαραδες...σπίτια κλειστά...οι νοικοκυραίοι φευγάτοι: άλλος στα Γιάννενα, άλλος στο London (ναι! ειναι και κοσμος φευγατος χρονια στο εξωτερικό), άλλος ψηλά στον ουρανό....περιμενουν να 'ρθει κάνα Πάσχα, να γιομίσουν....
Κλειστά σπίτια στο χωριό, 
άλλος Γιάννενα, άλλος London, 
άλλος απ' τον ουρανό 
ντουφεκάει πουλιά στο λόγκο

κι όπου φτάσει η ντουφεκιά 
κι όπου πέσουνε τα σκάγια 
πάει οπού 'τρεχε παιδί 
στις δροσούλες και στα πλάγια 

παίζει, χαίρεται, γελάει, 
στο Θεό ματαγυρνάει... 
.......................................... 
Σπίτια του χωριού κλειστά 
μαραζιάρικα κουτάβια 
αλυχτάνε τα βουνά, 
κι η σιωπή κυρά και βάγια 

κολατσίζει ολονυχτίς 
στο κατώι στη μαύρη κόχη 
τον καημό της έρμης γης 
και το κρύο  ανεμοβρόχι.... 

Σαν γιομίζουν, κάνα Πάσχα, 
κάνουν πως γελάνε τάχα.... 
ά. -Χουλιαράδες- 13 Σεπτέμβρη του 2018 

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Ο Κωστα-Τζίρης






....ο Κωστα-Τζίρης....χωριανός μου και συγγενής ο μπαρμπα-Κώστας.....76άρης πλέον, σπαθάτος λεβεντόγερος που βόσκει το κοπάδι με τα γίδια του πάντα στην τοποθεσία "Τζίρη" ,(απ' όπου και το Κώστα-Τζίρης) ,λίγο έξω απ' το χωριό μας τους Χουλιαράδες, ψηλά στα 1100 μετρα......πάντα εκεί, όταν τρέχω τον συναντάω, τον χαίρομαι έτσι μοναχό του μα δυνατό, δίπλα στο κοπάδι του, ορθό κι αγέρωχο, και τον χαιρετάω από μακριά με τη φραση "-Αίμα!", (με το "α" μακρόσυρτο:"-Αίμααααααα!"), λόγω συγγένειας και κοινού βεβαια αίματος.....όπου λοιπόν, πριν λίγες μερες, εκεί που ετρεχα τον ειδα εμπρός μου,αλαφιασμένο και με σβελταδα και βιάση εφήβου να ψάχνει μες στο σύθαμπο -είχε ήδη πέσει η νύχτα- να βρει δυο γίδια που 'χαν ξεκόψει απ' το κοπάδι κι ειχαν χαθεί μες στο λόγκο.....μου φάνηκε, μες στη στενοχώρια που τον έλουζε απ' την κορφή ως τα νύχια, σαν Άγιος του βουνού και του λόγκου, που αγωνιούσε για τη τύχη όχι δυο τετράποδων, αλλά δυο ψυχών που τις λογάριαζε σαν ανθρώπινες κι ακόμα παραπάνω : σαν παιδιά του...... απόμεινα εκεί κάμποσην ώρα, να τον ακούω που καλούσε με δυνατές φωνές τα δυο ξεστρατισμένα ζωντανά, και θαρρώ πως με τόση συντριβή που πλανιόταν μες στο σκοτάδι, ανάμεσα σε κοφτερά λιθάρια, πουρνάρια κι ασπαλάθια, στα τυφλά σχεδόν πατώντας, δεν μπορεί παρά να 'σκυψε πάνω του να τον βοηθήσει η Πλάση ολάκερη με τα βουνά της Πίνδου που θα επιστράτευσαν ως και τους Αη-Λιάδες των ξωκλησιών τους να βγουν και να ψάξουν τα δυο τα ζωντανά του Κωστα-Τζίρη.....  

Ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης  
-σαν σμίγαμε, "-Αίμα!" πάντα τον καλούσα  
έτσι που ωσάν πατέρα τον τιμούσα-  
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης,  

πως το βραδάκι εκείνο του Αλωνάρη,  
που απ' το κοπάδι του είχανε ξεκόψει  
δυο γίδια, και μ' ωχρήν ο Κώστας όψη  
τα εγύρευε κάτω απ' τ' αχνό φεγγάρι,  

ώρες πολλές μέχρι τον πρώτο όρθρο,  
πατώντας στα τυφλά,θάμνους, λιθάρια,  
κέδρα, ασπαλάθια κι όχτους και πουρνάρια,  
κι εφώναζε κι εχάλαγε τον τόπο,  

 κι έπεφτε όπως σκουντούφλαγε, και πάλι  
σηκώνονταν κι έκραζε απελπισμένα  
τα ζωντανά που 'ταν ξεστρατισμένα,  
ολόγυρα γυρνώντας το κεφάλι  

να φτάνει ως κάθε διάσελο και ράχη  
η λαγαρή η στεντόρεια φωνή του,  
κι ας ραγισμένη η ευγενική ψυχή του  
τρεμόπαιζεν εντός του ωσάν το στάχυ  

στο φύσημα του δυνατού του αγέρα,  
πως πάνω , ω! πάνωθε απ' τον Κωστα-Τζίρη,  
σκυμμένα μες στο σύθαμπο είχαν γείρει  
της Πίνδου τα βουνά, απ' το Γράμμο πέρα  

ως κάτω απ' το Αιγαίο τον Ψηλορείτη,  
με μιαν στα βράχια τους χυμένη θλίψη,  
που 'χεν η γης -θαρρείς- άξαφνα ανοίξει,  
κι ωσάν τον κλέφτη ωσάν τον λωποδύτη  

τα ζωντανά του Κώστα είχεν αρπάξει,  
κι εφέγγανε με τ' άσπρα τους λιθάρια,  
εκεί που 'σερνε ο Κώστας τα ποδάρια,  
να δει καλά τον τόπο και να ψάξει,  

κι έτσι που η Πλάση, για δικιά του χάρη  
-ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης  
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης-  
με λύχνο το φεγγάρι του Αλωνάρη,  

απ' τα κλειστά ξωκλήσια, τους Αη-Λιάδες  
ευγενικά στη νύχτα είχε καλέσει  
να κατεβεί ο καθείς τους να γυρέψει  
τα ερίφια στους γκρεμούς και στις κορφάδες,  

το Σύμπαν την ανάσα του εβαστούσε,  
κι ω! μάρτυς μου ο προστάτης των αιπόλων  
που 'ναι κι ο χτίστης κι ο προστάτης όλων, 
 εκεί που ολονυχτίς βαριοπατούσε  

ο ταπεινός βοσκός ο Τζουμερκιώτης,  
κυκλάμινα και ρόδα αράδα ανθίσαν'  
κι αηδόνια απάνωθέ τους φτερουγίσαν'  
στο φέξιμο της χαραυγής της πρώτης,  

κι εψήλωσαν, κι έφτασαν τα Τζουμέρκα  
-ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης  
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης-  
απ' το στερέωμα τ' ουρανού δυό μέτρα!  
ά. - λεύτερη Πίνδος - 12 Αλωνάρη του 2016

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Στην πλατεία στους Χουλιαράδες, η γουρούνα



...ντάλα μεσημερι Κυριακής τ' Αλωνάρη, η γουρούνα διαβαίνει στη δημοσιά του χωριού στα 1100 μετρα ψηλά, ετοιμη ν' απογειωθεί ,θαρρείς,για τ' απέναντι Τζουμερκιώτικα αγριοβούνια...η γουρούνα μαρσάρει, ο δρόμος γιομίζει μυρουδιά μπεντζίνας, που σμίγει με τη μυρουδιά απ' το ρακί που αναδύεται απ' τα 2 παρακείμενα μαγαζιά της πλατείας,ο θόρυβος του μαρσαρίσματος ξυπνάει τους αποθαμένους στο  κοιμητήριο της Αγια-Παρασκευής ακριβώς αποπάνω, οι αποθαμένοι πάνε για μια κολτσίνα στο μαγαζί του Δήμου...η Κυριακή λιγοθυμάει απ' την ανάκατη μυρουδιά μπεντζίνας και τσίπουρου...ή μεσημβρινή ραστώνη ψηλά στα 1100 μέτρα....
Μεσημεράκι τρεις παρά
μες του χωριού τη δημοσιά
διαβαίνει -ω!να!- η γουρούνα
να ζώσει ποταμούς βουνά
Άραχθο Αώο Τσαμαντά
Τζουμέρκα και Μελούνα. 

Ψηλά στη γέρικη σκαμνιά 
κάμπιες τζιτζίκια και πουλιά  
και μέρμηγκες μιλιούνια 
 κουνούν μαντήλι στο κλαδί
και τραγουδούν "ώρα καλή",
κι αγνάντι τ' αγριοβούνια 

διάπλατη ανοίγουν αγκαλιά 
καμπάνες κρούουν και κυπριά 
και κοπαδιών κουδούνια. 
Μεσημεράκι τρεις παρά 
μες του χωριού τη δημοσιά 
διαβαίνει η γουρούνα.  
 .......................................
 Λιγοθυμάει η Κυριακή,
μπεντζίνα, ασπάλαθοι, ρακί 
στο μαγαζί κλαρίνα, 
κι απ' την Αγια-Παρασκευή  
οι αποθαμένοι πάν' γραμμή 
στο Δήμο για κολτσίνα.

ά.- 30 Αλωνάρη του 2017

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Πάσχα του '70, στην Αγια-Μαρίνα στα Γιάννενα




...μνήμες Πασχαλιάτικες του '70...η μάνα,σαν έμπαινε Μεγάλη Τετάρτη,αρχίναγε μέγα αγώνα με τη ραπτομηχανή της τη Singer,να μεταποιήσει/μπαλώσει τα παλιά,να κάνει η φαμίλια Ανάσταση στην Αγια-Μαρίνα στα Γιάννενα,με καλά ρούχα...στο χωριό παλιότερα,πριν κατεβουμε στα Γιάννενα,δεν μας βάραιναν τετοια... ...Σαν φύγαμε, θυμάμαι, απ' το χωριό,  η μάνα απ' τη Μεγάλη την Τετάρτη  στα Γιάννενα βαριάν είχε θαρρώ  μιαν έγνοια:την Ανάσταση που θά 'ρτει  πώς θά 'ναι όλη η φαμίλια με καλά  ρούχα, ντυμένη στην Αγια-Μαρίνα,  κι εμπάλωνε όλη μέρα τα παλιά  και τά 'φκιανε ολοκαίνουργα και φίνα,  τέτοια μοδίστρα που ήταν διαλεχτή,  κι ακόμα, μάρτυράς μου ας είν' ο αγέρας  γύρω απ' το Λαμπριάτικο κερί, πως το Χριστός Ανέστη ο πατέρας   σαν έλεγε, το πρώτο το φιλί   το 'δινε ψιθυρίζοντας στη μάνα  "-Κράτα καλή μου!" Κι όλοι οι ψαλμοί  μαζί κι η αναστάσιμη καμπάνα  "Κράτα καλή μου" ηχούσανε κι αυτοί,   "Κράτα καλή μου" κι ο Ουράνιος Χτίστης,  "Κράτα καλή μου" κι οι Αρχαγγελικοί  ραφτάδες μες στη ραπτομηχανή της... ά. - λεύτερη Πίνδος

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Το φεγγάρι στα Τζουμέρκα

 



‎(Το φεγγάρι.Τα χιονισμένα Τζουμέρκα.
Ποιο είναι ομορφότερο ?Λαμπρότερο?...)

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ
Στο διάφανο ψηλά του αιθέρα δίχτυ,
ρούσο παλληκαράκι το φεγγάρι
μού ομίλει "-Τη δικιά μου ορίζω τύχη !...
Αχ να την όριζες κι εσύ, μακάρι..

Να μη γερνάς, να θάλλεις και να ζεις
σαν τα βουνά τ' αθάνατα της Γης ! "

Μα φύσηξε απ' του Σύμπαντος τα βάθη
βοριάς και νέφη εγιόμισε ο αιθέρας
και τ' άτυχο το φεγγαράκι εχάθη,
σαν όνειρο της παγερής εσπέρας.

Κι απόμειναν τα κρουσταλλένια χιόνια,
τις λαμπηδόνες τ' ουρανού ν' αρμέγουν,
να στεφανώνουν τα βουνά τα αιώνια
κι απ' το φεγγάρι πιότερο να φέγγουν...

Να φέγγουνε κι εμένα εκεί που θα 'μαι
στα κυπαρίσσια αγνάντια απ' τα Τζουμέρκα,
στον πατερούλη δίπλα να κοιμάμαι,
με τις βουβές του ορμήνιες για κουβέρτα.

ά. - λεύτερη Πίνδος

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

To στοιχειό του Αράχθου

To στοιχειό του Αράχθου
Βαθιά στη θεοσκότεινη τ' Αράχθου τη χαράδρα,
σαν στάξουν μάλαμα οι θολές ματιές των αστεριών,
βγαίνει τη νύχτα ένα στοιχειό,που 'χει τα μάτια μαύρα
και τρώει απ' το γλυκόπικρο το μέλι των γκρεμών.

Kέδρους έχει στα σπλάχνα του και ραγισμένα βράχια,
φωτιές στις κρύες φλέβες του και λόγκους στα μαλλιά
και στο κορμί του τ' άσαρκο, σπηλιές και καταράχια
και χιόνια κι ανεμόβροχα κι αγρίμια και πουλιά.

Διαβαίνει πάνω απ' τα παλιά τα πέτρινα γιοφύρια,
μ' έναν θρασκιά Αρβανίτη πλάι στ' αυτί του το ζερβί.
Του δεκαπεντασύλλαβου περνάει τα παραθύρια
και βγαίνει απόξω απ' το παλιό του Φλόκα μαγαζί.

Εκεί είν' ο Γκάτσος,ο Χατζής,ο Βάρναλης κι ο Ρώτας,
ο Εμπειρίκος με τον Κουν κι ο Σικελιανός,
η Φλαίρη,ο Μάνος με τον Μποστ,ο Μίκης κι ο Σκαλκώτας,
ο Ρίτσος,ο Εγγονόπουλος κι ο Πάνου ο "τρελός".

Τους παίρνει όλους στις πλάτες του και δρασκελάει και πάνε
Κρήτη και Δωδεκάνησα,Ρούμελη και Μοριά
κι ας είναι καταχείμωνο,ανθίζουν κι ευωδάνε
όπου διαβαίνουν,θάλασσες και πόλεις και βουνά.

Κοιτούν παιδιά και δάσκαλοι,απόξω απ' το σχολειό τους,
γιάπηδες στα γραφεία τους κι εργάτες στα γιαπιά,
παπάδες που βουρλίζονται και κάνουν το σταυρό τους,
τρελοί,ισοβίτες και νεκροί στο μνήμα τους βαθιά.

Τι θάματα,τι ζωγραφιές-βαρκούλες στον αγέρα,
τι αρμονίες μυστικές του Απείρου,μαγικές !
Κι αυτοί τρελοί αρμενιστές,στης Πίνδου τη γαλέρα,
σκορπάν' στο Σύμπαν χρώματα,πουλιά και μουσικές.

Ψηλά στις πλάτες του στοιχειού,ορθοί μες στον αιώνα,
κοιτάνε ό,τι απόμεινε απ' τον παλιό καιρό:
μια του Θεόφιλου παλιά,ξεθωριασμένη εικόνα
κι ένα του Μάρκου απτάλικο,ρεμπέτικο παλιό.

Κι έπειτα,τούς τραβά ψηλά,στ' Αράχθου το φαράγγι,
κούρνιο ζητώντας στον γκρεμό,τ' ακοίμητο στοιχειό,
μακριά από τούτου του καιρού,τ' αχόρταγο σφαλάγγι,
στην Άγια Πέτρα για να βρει μανούλα και θεό.

Κι εκεί στα κρύα τα κράκουρα,γέρνουν να κοιμηθούνε,
στο χιόνι,στον ασπάλαθο και στ' Άστρου Τη Σιγή . . .
. . . Στην πέτρα και στον άνεμο,θα ξαναγεννηθούνε,
σαν κάποτε,Απολλώνιοι κι ακόμα πιο λαμπροί.

Και πάλι εικόνισμα ψηλά,θα υψώσουν την πατρίδα,
θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση ξανά.
Τη Γλώσσα,την Τιμή,το Φως,το Χρέος και την ελπίδα,
κερί στα σπλάχνα του Έλληνα,θ' ανάψουν σαν παλιά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Βαθιά στη θεοσκότεινη τ' Αράχθου τη χαράδρα,
σαν στάξουν μάλαμα οι θολές ματιές των αστεριών,
βγαίνει τη νύχτα ένα στοιχειό,που 'χει τα μάτια μαύρα
και τρώει απ' το γλυκόπικρο το μέλι των γκρεμών.

Τον άνεμο ακουρμαίνεται,τον Γαλαξία κοιτάζει,
τους δείχτες σαν σημάνουνε,να δει των αστεριών,
για να ξυπνήσει τους σαλούς,που πέτρωσαν στ' αγιάζι,
να βγουν σαν πρώτα,Οδηγητές ανθρώπων και καιρών.

ά. - λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Μην είν' ο Κώστας; Μην είν' ο Γιώργος ; Λιούλιε καημένε...




Ποιος είν' εκείνος που κατεβαίνει
ψηλά απ' τα κέδρα κι απ' το βουνό,
κι ανεί το μνήμα στη γης και μπαίνει
πώς μπαίνει ο ασίκης μες στο χορό;

Μην είν' ο Κώστας , μην είν' ο Γιώργος,
μην είν' ο Λιούλιος, μη κι ο Χριστός,
μη κι απ' το τέμπλο που εβγήκε ολόρθος
ο Ταξιάρχης ζωγραφιστός;

Ποιος είν' εκείνος που 'ναι εκεί πέρα
πίσω απ' την Άγια Παρασκευή ,
πού 'βαλε μαύρη την πέτρα βέρα
γαμπρός στον Άδη να κατεβεί;

Μην είν' ο Κώστας , μην είν' ο Γιώργος,
μην είν' ο Λιούλιος ο πιο μικρός
κι έχει το μάτι στ' άραχλο σκότος
ωσάν της Πίνδου τ' άγιο το φως;

ά. - λεύτερη Πίνδος - 2 Αυγούστου του 2016

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Γρηγόρης Κωσταντή Μασσαλάς, ο Ταπεινός Του Βουνού (1931-2015)

 Μασαλάς  Κ. Γρηγόρης


http://greekactor.blogspot.gr/2012/02/blog-post_7409.html 
http://84.205.237.165/index.php?q=el/node/618
....ξημερώνοντας , προψές,3 Αυγούστου, ωρα 3 τα ξημερώματα....στην πλατεία στο χωριό μου στους Χουλιαράδες....εγώ κι ο άνεμος μονάχα, που 'ρθε και μου ψιθύρισε με το θρόισμα των κλαριών, για το συγχωριανό και παλιό φίλο του πατέρα μου,Γρηγόρη Κωσταντή Μασσαλά, τον θεατράνθρωπο (ηθοποιό, σκηνοθέτη, δάσκαλο κ.λ)  που όσο ζούσε , τιμούσε τον πατέρα του τον Κωσταντή, γράφοντάς τον κι αναφέροντάς τον πάντα όποτε δήλωνε τα στοιχεία του,και βάζοντάς τον (Κωσταντής), σαν σφήνα ανάμεσα απ' τ' όνομά του (Γρηγόρης), κι απ' το επίθετό του (Μασσαλάς): Γρηγόρης Κωσταντή Μασσαλάς....!!!!!..........και που πάντα έκανε λόγο για το χωριό του/μας, τους Χουλιαράδες, ωσάν να ήταν  τίτλος τιμής (και σάμα δεν είναι;) αυτή η Χουλιαριώτικη-βουνίσια καταγωγή του......βέβαια, μονάχα αυτός ήξερε το βάρος την αξία και την αγιοσύνη των Ταπεινών Του Βουνού,των ανθρώπων που βάδισαν παλιότερα κι ως τη δεκαετία του '70,εκεί πάνω στ' άγρια βουνά, μες στην τυράγνια και στη φτώχεια, για να πάνε τη ζωή μπροστά, ολότελα άγνωστοι στους αστούς που γράφουν την Ιστορία ανθρώπων και γεγονότων...

 Προψές τη νύχτα που 'μουν σπούργος στο θρασκιά
 βράδυ τ' Αυγούστου τρεις η ώρα ξημερώματα
ολομονάχος σαν τον κούκο στα βουνά
που κοινωνάει στη σιγαλιά βουνίσια  αρώματα

και ψαλμουδιές  ανήκουστες συμπαντικές
κι ανάσες Άγιων που σαλοί και μόνοι εζήσανε
κι ας μες σε κόσμο, του χωριού οι αλυγαριές
σκύψαν' και θρόισαν και στ' αυτί μού ψιθυρίσανε

για τον αρτίστα το Γρηγόρη Μασσαλά
τον καλλιτέχνη που ωσάν μάνα του αγάπαγε
το θέατρο και σιγαλά και ταπεινά
σαν άγιο τόπο το σανίδι πάντα επάταγε,

για το Γρηγόρη Μασσαλά, το Χουλιαρά
που 'χε κορώνα του και φυλαχτό κι εικόνισμα
τον κύρη του ,γι' αυτό σαν σφήνα -ευλαβικά-
τ' όνομα "Κωσταντής", στο επίσημό του τ' όνομα

"Γρηγόρης Μασσαλάς" , έβανε μια ζωή,
μα και τη ρίζα του τον τόπο του ονομάτιζε
τους Χουλιαράδες των Τζουμερκων, παναπεί
σ' αυτά τα δυό τη ζήση του ο Γρηγόρης άθροιζε :

στον κύρη του και στο φτωχό του το χωριό!
Στη Τζουμερκιώτικη λοιπόν σαν αναπαύτηκε
τη γη , απ' τον ήλιο απ' τα κλαριά κι απ' το βουνό
ωσάν παλιοκαιρίσιος Χουλιαράς δοξάστηκε,

και  μήνες τώρα ο Άραχθος κάθε νυχτιά
στη βραδινή του κάτω απ' τ' άστρα την παράσταση,
στο συρματένιο το γιοφύρι στη Λυσιά
που 'χει η Αρμονία κι ο Έρωτας διαρκή επανάσταση,

"Τον Ταπεινό ,παίζει ως να φέξει, Του Βουνού"
το τελευταίο του Γρηγόρη το μονόπρακτο
για τα παιδιά ενός κατώτερου θεού
που 'χαν τον ίσκιο και το βήμα τους θεόρατο

κι ολότελα άγνωστοι βαδίσανε ψηλά
και τη ζωή μπροστά με δάκρυο κι αίμα επήγανε
εκεί στην πέτρα στην τυράγνια στα βουνά
μνήμη τ' ανέμου και τ' ασπάλαθου ώσπου γίνανε.
ά. - λεύτερη Πίνδος- 4 Αυγούστου του 2016











Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

ΚΩΣΤΑΣ ΣΟΝΤΗΣ-"ΑΝΤΑΡΤΗΣ" -Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ(21 Γενάρη1965- 6 Νοέμβρη 2015)


ΚΩΣΤΑΣ ΣΟΝΤΗΣ-"ΑΝΤΑΡΤΗΣ" -Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ(21 Γενάρη1965- 6 Νοέμβρη 2015) 

Και τώρα, Αντάρτη , ποιος θα βγαίνει ταχυδρόμος
της άνοιξης του σύγνεφου και των πουλιών,
στους Χουλιαράδες ; Kούφιους θ' αντηχάει ο δρόμος 
αλαλαγμούς των "γνωστικών" και "λογικών", 


κι εσύ στον Άραχθο τις νύχτες την καμπάνα
βαριά θα κρού'ς μπας και σ' ακούσει ο Θεός
να κατεβεί που του 'χεις έτοιμη τζιβάνα
να μαστουρώσει, τον ντουνιά να φκιάσει αλλιώς...
ά. - λεύτερη Πίνδος - 7 Νοέμβρη του 2015

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Γιαννιώτικη βροχή

 (photo:Θωμάς Σιώζος)

 Όπου, τρέχοντας χτες 6 Μάη,κατά τις 8, πριν το σούρουπο,δίπλα στη λίμνη των Γιαννίνων και προς την Καστρίτσα, μ' έπιασε άγρια βροχή.Χαλάζι κι αγέρας δυνατός.Βορειοδυτικός. Κι όταν λέμε "βροχή", εννοούμε να 'χουν ανοίξει οι ουρανοί...Οι Γιαννιώτες ξέρουν...Το διαπίστωσαν χτες και προχτές.. Σημείο!!!
Μούσκεμα ως το κόκαλο, το χειρότερο είναι να σταματήσεις να τρέχεις.Ειδικά με τέτοιον αγέρα.Παγώνεις.Πόσο μάλλον, όταν τρέχεις  ..ξεμπλέτσωτος, όπως το 'χω εγώ συνήθειο, χρόνια τώρα. 
Το καλύτερο μου μπορείς να κάνεις, είναι να συνεχίσεις να τρέχεις μ' αμείωτο ρυθμό. 
Ε, κάπως έτσι, γίνεσαι ένα με τη βροχή, αδερφός της και φίλος της.Και μ' όλα, τριγύρω.Ζωντανά κι άψυχα.Αδερφός και φίλος πάλι.Και με τα σύννεφα, πάνω.Αδερφός και φίλος.Κομμάτι κι εσύ αδιαίρετο της Πλάσης, σάρκινη χάντρα στο άφθαρτο κι αιώνιο κομπολόι του Σύμπαντος. 
...Και πας...Και πας...Ως που, μες σε τούτο το ασυνήθιστο σκηνικό -κι είν' αλήθεια πως σε πρωτόγνωρες καταστάσεις, βιώνεις πρωτόγνωρα συναισθήματα, αλλόκοτα κι όμορφα- έρχεσαι σ' έκσταση κι αρχινάς να βλέπεις και ν' ακούς πράματα.Ακούς στίχους ποιητών που αγαπάς.Γεύεσαι ψήγματα αθανασίας, έτσι που μ' όλη σου την αλκή τρέχοντας, σκίζεις  το μαύρο κι ογρό σκοτάδι και ξορκίζεις-νικάς του θανάτου το φόβο, τον ανίκητο ως τα τώρα...Στη βροχή πάντα...Στη Γιαννιώτικη βροχή που, τόσο συχνά που πέφτει, είναι ένα με τα Γιάννενα...Απ' όταν επλάστη ο κόσμος...Άγιο και κρύο μύρο, στις πλάτες της πάλαι ποτέ όμορφης μικρής μας πόλης...
 
 ΓΙΑΝΝΙΩΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ
Κι όπως το σούρουπο έτρεχα στις παραλίμνιες στράτες,
κι απάνω η ογρόστομη η βροχή η κοσμοαπολυμάντρα 
μού  'πεφτε αγίασμα στις γυμνές τις ξαναμμένες πλάτες, 
στο κομπόλόι του Σύμπαντος σάρκινη ένιωθα χάντρα, 
 
μια χάντρα εγώ, χίλιες της Γης τ' αθώα τα πεταλούδια, 
χίλιες του αιθέρα οι μυρουδιές, χίλιες τα γκρίζα νέφη, 
και χίλιες τα μυριόστομα λυπητερά τραγούδια 
που φτάναν' πέρα απ' το θολό, μαύρο της νύχτας ξέφτι, 
 
-τραγούδια για το θάνατο και τις παλιές αγάπες, 
του Καρυωτάκη, του Άσιμου, του Λαπαθιώτη, του Άγρα-
και θούρια για τους ταπεινούς, στις παραλίμνιες στράτες, 
ανάρια ως έψελνε η βροχή η κοσμοαπολυμάντρα,
 
ως πού  'φτανε η γλυκιά η ζωή, κι ως πού η θανή κι ο ζόφος
μήτε που μ' ένοιαζε, έτσι αργά που εγλύκαινε τριγύρω 
η Πλάση κι ο Ηπειρώτικος γενέθλιος ο τόπος, 
απ' της Γιαννιώτικης βροχής τ' άγιο το κρύο το μύρο...  
 
άγγελος-6 Μάη του 2014  
τρέχοντας στη βροχή...στη Γιαννιώτικη αιώνια βροχή...

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Η Ντίνα από τους Χουλιαράδες

Της πόλης τα ψευτοκαλούδια
στα δυο της τα ‘γραψε τ’ αρχίδια
η Ντίνα, αδέρφια έχει τα ζούδια,
φυλάει στους Χουλιαράδες γίδια, 

κι αν κάμποσοι την περγελάνε,
να φάν’ στα Γιάννενα στη μάπα
μούχλα,μαζούτ κι αιθάλη, πάνε.
 Σαν θηλυκός Αη-Λιας στη στράτα,   

η Ντίνα με την καφετιά της
τη μάλλινη ψηλή κατσιούλα
διαβαίνει με τα ερίφιά της
αρχόντω αγνάντια απ' τη Στρογκούλα, 

κι όποτε πάει , κάνα Σαββάτο,
στο καφενείο με  τα καλά της
να  κατεβάσει άσπρο πάτο
την πενηντάχρονη ερημιά της, 

πίσω από τον καφετζή, κοιτούνε
τα ρακογυάλια αραδιασμένα,
και τρίζουν, κλαίνε και ριγούνε
πριχού σ' αντάμικο, ένα-ένα,

χορό πιαστούνε του Ζαλόγγου,
κομμάτια να γινούν χιλιάδες
μπρός στην πριγκήπισσα του λόγκου:
τη Ντίνα από τους Χουλιαράδες...

άγγελος-27 Απρίλη του 2014
Χουλιαράδες-λεύτερη Πίνδος

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Τσιφτρέλλο


Όταν θα πεθάνω, θέλω 
να με πάτε να καώ 
στο Τσιφτρέλλο, στο Τσιφτρέλλο 
καρβουνάκι να γινώ,

στάχτη απάνω στων αγγέλων 
τα κατάλευκα φτερά 
στο Τσιφτρέλλο, στο Τσιφτρέλλο 
και στ' Αράχθου τα νερά, 

μαύρο να  'χει η μέρα βέλο 
και πλερέζες τα βουνά 
στο Τσιφτρέλλο, στο Τσιφτρέλλο 
για μιαν ώρα μοναχά. 

Άγγελος 
24 Μάρτη του 2013

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Α, ρε πατέρα...

 

 


Α, ρε πατέρα, που 'φαγες ψυχή και νιάτα
στην εξορία, στην ταλαιπώρια, στα βουνά,
για  νά  'ρθουν  πάλι  τα  συσσίτια, τ' άδεια πιάτα
και τα γερμανικά  ξανά  τ'  αφεντικά...
 

Αύγουστος είναι, μα το κρύο πήρε να τσούζει.
Βάζω τ' αντάρτικα κι ένα διπλό ρακί.
Στην κερασιά που εφύτεψες, ο γκιώνης σκούζει.
Στο πράκι που 'γερνες η νύχτα αιμορραγεί.  


Τρίζουν τα κόκκαλά σου, ανατριχιάζει η στράτα
από το σπίτι ως την Αγια-Παρασκευή...
Α, ρε πατέρα, που 'φαγες ψυχή και νιάτα,
για να ξανάρθει η συφορά κι η Κατοχή...

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Το τρελό βουνίσιο ρολόι

 


Απ' τη ζερβή μεριά σου λες εννιά,
πεντέμιση απ' τη δεξιά σου μόνο, 
τρελό ρολόι του πεύκου, του θρασκιά,
ρολόι βουνίσιο που  αψηφάς το χρόνο


                       και μοναχά την πέτρα τη γερή
τη χθόνια προσκυνάς  τη  γκρίζα αφέντρα
και τον  μερακλωμένο τον πιοτή
απ' τ' Αη-Δημήτρη το ιερό δυο μέτρα,


                           που χαιρετάει τον πλάτανο κρυφά
και κοινωνάει  με  παγωμένο ζύθο,
στο μαξιλάρι μ' όνειρα γλυκά
τον πόθο  ν'  ανταμώσει  και  το μύθο


                          κι η ώρα  να  'ναι εφτά  και  να  'ναι  εννιά
κι οχτώμιση  και πέντε  κι  όσο  θέλει
και ποταμίσια ανάσα η χαρά 
και μυρωμένο ο ζέφυρος καρβέλι 


                           και τριζονάκια οι πότες  παλαβά
κι  αηδόνια  οι  ομορφούλες κι οι  ξενύχτες
 να  σφάζονται απ' τον Έρωτα γλυκά
ψηλά στους τρελαμένους σου ωροδείχτες. 


                      ...................................................................
Κι η ώρα να  'ναι  πάντα  ώρα βουνού 
κι  αλήτη ώρα κι  ώρα  ερωτιάρη
κι  ώρα -σαν φέγγει-  υπόκλισης Θεού
στο γίγαντα το μεροκαματιάρη.


Άγγελος
Σάββατο βράδυ , 4 Αυγούστου 
Χουλιαράδες, στην πλατεία...το ρολόι 
του χωριού, σε πείσμα  του  πανδαμάτορα χρόνου,
σημαδεύει 9 στη  ζερβή του ένδειξη και 5.30  στη δεξιά του,
κι ας είναι  11.30, νύχτα τ' Αυγούστου, με την πλατεία 
γιομάτη κόσμο να κοινωνάει με μπύρα
και μ'  έναν   μερακλωμένο  πιοτή(δεξιά στη φωτογραφία),
δυο μέτρα απ' τ' Αη-Δημήτρη το ιερό ,να χαίρεται 
κι αυτός τον παγωμένο ζύθο...
                       


Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Στην Αγια-Παρασκευή


Φτωχούλι, όποτε πείναγα κι επάγωνα,
 επάαινα στου χωριού την εκκλησιά,
να πάρω της σιωπής κεροδοσιά,
σκυφτός καμπόσην ώρα πλάι στον άμβωνα.

Εκεί οι κρυφές βουλές μου μ' οδηγούσανε
στ΄Αρχάγγελου τον ίσκιο, μοναχό,
της ερημιάς τον ήχο να γρικώ
και τα στασίδια που ετριζοβολούσανε

και την ανάσα απ' το γλυκό τ' αχνόγελο
της Παναγιάς που εβάσταγε αγκαλιά
το λυτρωτή της Γης,το Βασιλιά,
της πλάσης τον αμάραντο ασφόδελο.

Κι ως ήμουν παρασούσουμο λιπόσαρκο,
τα κηροπήγια δίπλα μου φωνή
βγάζαν : "-Nα ρίξει μπόι, να στυλωθεί,
βόηθα το, Παναγιά-Παρθένα, βόηθα το!".

Κι Εκείνη, -μάρτυράς μου η χλόη που βλάσταινε
στις πλάκες χάμω , χώμα οπού 'χε ογρό-
πιο στοργικά απ' τη μάνα μου θαρρώ,
με γάλα απ' Τ' Άγια Στήθια Της μ' ανάσταινε

κι άντεχα το φτωχούλι και τα βάσταγα
τα δύσκολα της φτώχειας και τ' αβάσταγα. . . 



χ'λιαράς-15 Γενάρη του 2011-λεύτερη Πίνδος

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Τα Χουλιαρόπαιδα

 

(Τα Χουλιαρόπαιδα.Aπό αριστερά, όπως κοιτάζουμε:Δημήτρης Κ. Μπενέκος(Καψάλης), Νίκος Κ. Μασαλάς, Σωτήρης Κ. Παπαγεωργίου.Στις 11 Οχτώβρη, του 1940, στο ρολόι,μπροστά απ' το ηρώο,στην πλατεία στα Γιάννενα...)






ΤΑ ΧΟΥΛΙΑΡΟΠΑΙΔΑ
Τα Χουλιαρόπαιδα, 'μπρός στο ρολόι,
στη μπούκα απ' του ηρώου τα κανόνια,
της ζήσης λογαριάζουν τ' αρμολόι 

και τ' άγνωρα κατοπινά τους χρόνια...

Οι δυο τους, χώνουν το ζερβί στις τσέπες,
γιατί το νιώθουν ήδη στις λαγόνες,
τ' αγιάζι απ' του καημού τις μαύρες στέπες,
με των δακρύων τις μέλλουσες σταγόνες.

Ο τρίτος, τυχερότερος μια στάλα,
φαρμάκια δεν θα πιει τόσο μεγάλα...

Κι ως τόσο, αλλού κι οι τρεις το βλέμμα στρέφουν,
μακριά απ' το σταχτοπέτρινο ρολόι.
Να βλέπουνε τους δείχτες, δεν τ' αντέχουν,
στριγκό να ηχούνε πλάι τους μοιριολόι :

Προτού μια ώρα, εσήμαναν τη γέννα!
Κι οι τρεις, στον άλλο χτύπο , θε ν' ασπρίσουν !
Ανθάκια, στον παράλλο, μαραμένα,
θα γείρουνε, θα πέσουν, θα μαδήσουν !

Θα μείνουν μόνο τα μαθητικά τους
πηλίκια που όμοια έχουν κι οι δραγάτες,
να μολογάν' πικρά το πέρασμά τους,
στου κόσμου τους κατοπινούς περάτες !

Κι ωσάν θλιμμένος γκιώνης στο ηλιογέρμα,
κι ωσάν παιδί που ενύχτωσε στο ρέμα,
κάτω απ' το γείσο, τ' άδειο τους το βλέμμα,
θα μελετάει αιώνια τ' αρμολόι
της ζήσης που άφησαν μισό τα έρμα,
διαβαίνοντας σαν ίσκιοι και σαν ψέμμα
-κι ας φτάσαν' γέροι εντέλει ως το τέρμα-
τα Χουλιαρόπαιδα 'μπρός στο ρολόι...

χ'λιαράς/λεύτερη Πίνδος/21 Φλεβάρη του 2011

Στ' Αράχθου τη λυσιά ...



ΣΤ' ΑΡΑΧΘΟΥ ΤΗ ΛΥΣΙΑ
Σ' ονειροφαντασιά, εψές εδιάβηκα
τ' Αράχθου τη λυσιά την ανεμόδαρτη ,
πάνω απ' τον ποταμό που βαριοβόγκαγε,

τινάζοντας ψηλά τα μαύρα σπλάχνα του.

Μπροστά τραβούσε ένας παπάς-καλόγερος,
στο πλάι δυο μαστορόπουλα αμούστακα
κι οπίσω πως εδιάβαινε -μου φάνηκε-
ο πάππος μου ο βαριόμοιρος ο δάσκαλος,

ο νιος ο πρωτοψάλτης ο βροντόφωνος
που τριαντάρης χτίκιασε κι εχάθηκε.

Δεκάδες στρατοκόποι ακολουθούσανε
σκυφτοί να πάν' στην όχθη την αντίπερα
κι έσμιγε τη βουβή τη βαρυγκώμια τους
ο ποταμίσιος βόγκος ο μακρόσυρτος
σε μοιριολόι παράξενο κι απόκοσμο
που ως πάνω στου Θεού την πόρτα έφτανε.

Κι αυτός σ' όλη την πλάση τ' αντιγύρναγε
με τη βαριά φωνή του τη στεντόρεια,
πότε με τη βροντή και με τον άνεμο
και πότε με τ' αητού τ' άγριο κρώξιμο... 


Χ'λιαράς-λεύτερη Πίνδος-25 Αύγουστος 2010

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Για τον ωραίο κι ευγενικό το θάνατό μου



Για τον ωραίο κι ευγενικό το θάνατό μου,
θα 'χω οπωσδήποτε καμπόσους -λέω- μαρτύρους:
κάναν ασπάλακα και δυο τρεις σκαντζοχοίρους,
να βεβαιώσουνε το τέλος το δικό μου

και να γραφώ σαν τ' άλλα δίποδα ζουλάπια
στου Γιαραμπή και στων ανθρώπων τα κιτάπια.

Γιατί όπως ζούσα, ωσάν ίσκιος κι ωσάν αύρα
και κάθε ημέρα όπως επέθαινα και ώρα,
με της νυχτός για να ξανάρθω την αιώρα
μ' ένα κρασί, στα μαύρα -κι όλα γύρω μαύρα-

μ' είχε ο Θεός μια μαύρη λάμψη στο ηλιογέρμα
κι οι ανθρώποι όλοι ένα τρελό μυστήριο πνέμα.

Έτσι λοιπόν, στερνά σαν γείρω ν' αποδράσω
απ' τον ανθρώπινο το βίο τούτον τον πλάνο,
μια νύχτα τ' Αύγουστου στα  Λάπατα επάνω,
των σκαντζοχοίρων και του ασπάλακα τον μπάσο

ρόγχο στ' αυτί θ' ακουρμαστώ να κουδουνίζει
-Ω ! είδέστε, άστρα, μες στο φως που σελαγίζει,

άνθρωπο ειδέστε για το σύμπαν ν' αρμενίζει,
αδερφωμένο με το χώμα και την πέτρα,
με τα πευκόφυλλα σάβανο και κουβέρτα
και με τ' ακρόχειλα στης γης το ρογοβύζι !

..Και θα 'μαι εγώ αυτός..Τ' αλλόκοτο το πνέμα.
Η μαύρη απόκοσμη η λάμψη στο ηλιογέρμα...

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Βουνίσιο ραβαϊσι

 
Ασπρότατη, άκρα αταραξιά.
Το σπίτι απεκοιμήθη
-σπούργος ατάιστος στο λευκό
της μάνας-γης τ' αστήθι.

Νιφάδες-κόρες ξέστηθες,
βοριάδες-αμανέδες,
στα παραθύρια τρίζουνε
μεράκια οι μεντεσέδες

κι απόξω, η φλέβα του κισσού
χαρά σημαίνει κι όρθρο
και κρούει στην πόρτα τη βαριά
το σκουριασμένο ρόπτρο, 

Βγαίνει του πάππου μου η ψυχή,
μικρό παιδί  στο πράκι,
τραβάει για χιονοπόλεμο
στη Ρόβη, στο Κλαράκι : 

"-Άσπρο χιονάκι, ξέξασπρο,
μαύρα μου κι έρμα νιάτα..."
Μαργώνουν τα ποδάρια του
στην παγωμένη στράτα, 

όνειρο γέρνει καταγής,
κέδρο αψηλό νυχτώνει,
λύκος κοιμάται αμέρωτος
κι αγέρας ξημερώνει, 

φυσάει, στήνει στα Γιάννενα
βουνίσιο ραβαϊσι
και βρίσκω τις ριζούλες μου
οπού 'χα ξαστοχήσει...  



 το ραβαϊσι=το γλέντι 

 χ'λιαράς/λεύτερη Πίνδος/21 Δεκέμβρη 2011-το πρώτο χιόνι στο χωριό

Χορεύει ο άντρας ο Χ'λιαράς

 

‎(...Ο μερακλής Χ(ου)λιαράς,στη φωτογραφία
επάνω, που χορεύει ψηλά στη Γη των προγόνων του,
νιώθει και είναι θεός, την ώρα που χορεύει....Εξαϋλώνεται.Εξυψώνεται.
Γίνεται ένα με το Θεό και του παραγγέλνει πράματα,
όχι για τον εαυτ
ό του αλλά για τους άλλους,
δυο βήματα απ' τους αγγέλους-κλαριντζήδες που
τους σκορπάει απλόχερα παράδες...)

ΧΟΡΕΥΕΙ Ο ΑΝΤΡΑΣ Ο Χ'ΛΙΑΡΑΣ

Χορεύει ο άντρας ο Χ'λιαράς
ο μερακλής ο γέροντας.
Λουφάζει απόσκια ο βοριάς,
λουφάζει κι ο Αχέροντας.

Δίνει παράδες στα βιολιά
και στο Θεό παραγγελιά :

-Εδώ που κρούω τ' αριστερό
γερά στη γης το γόνατο,
να ρίξει μπόι ως το βουνό
πεύκο ψηλό, θεόρατο.

Μπροστά που μπήγω το δεξί
χέρι ,στο ηλιόφως μάχαιρα,
να γένει εκκλησιά τρανή
με δεκαοχτώ παράθυρα.

Δίπλα που ο αυλός του κλαριντζή
μερεύει όλα τ' αμέρωτα,
τα νιάτα να 'ρχονται, σπονδή
να κάνουνε στον Έρωτα,

βράδυ-βραδάκι, μυστικά
να σμίγουνε τ' ανάσκελα
κι όπως στραγκίζουν τα κορμιά
να ξεδιψάν' τα διάσελα.
.....................
Χορεύει ο Χ'λιαράς, στητός.
Λεύκες τρανές τα χέρια του.
Κι όσα παράγγειλε, ο Θεός
τα γράφει στα τεφτέρια Του.

Ποιος να 'ναι, τώρα που ο χορός
βαστά, τρανότερος  θεός ;
Ο Γιαραμπής στον ουρανό,
ή ο Χ'λιαράς μες στο χορό ;

χ΄λιαράς-4/9/2010-λεύτερη Πίνδος