Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άραχθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άραχθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

To στοιχειό του Αράχθου

To στοιχειό του Αράχθου
Βαθιά στη θεοσκότεινη τ' Αράχθου τη χαράδρα,
σαν στάξουν μάλαμα οι θολές ματιές των αστεριών,
βγαίνει τη νύχτα ένα στοιχειό,που 'χει τα μάτια μαύρα
και τρώει απ' το γλυκόπικρο το μέλι των γκρεμών.

Kέδρους έχει στα σπλάχνα του και ραγισμένα βράχια,
φωτιές στις κρύες φλέβες του και λόγκους στα μαλλιά
και στο κορμί του τ' άσαρκο, σπηλιές και καταράχια
και χιόνια κι ανεμόβροχα κι αγρίμια και πουλιά.

Διαβαίνει πάνω απ' τα παλιά τα πέτρινα γιοφύρια,
μ' έναν θρασκιά Αρβανίτη πλάι στ' αυτί του το ζερβί.
Του δεκαπεντασύλλαβου περνάει τα παραθύρια
και βγαίνει απόξω απ' το παλιό του Φλόκα μαγαζί.

Εκεί είν' ο Γκάτσος,ο Χατζής,ο Βάρναλης κι ο Ρώτας,
ο Εμπειρίκος με τον Κουν κι ο Σικελιανός,
η Φλαίρη,ο Μάνος με τον Μποστ,ο Μίκης κι ο Σκαλκώτας,
ο Ρίτσος,ο Εγγονόπουλος κι ο Πάνου ο "τρελός".

Τους παίρνει όλους στις πλάτες του και δρασκελάει και πάνε
Κρήτη και Δωδεκάνησα,Ρούμελη και Μοριά
κι ας είναι καταχείμωνο,ανθίζουν κι ευωδάνε
όπου διαβαίνουν,θάλασσες και πόλεις και βουνά.

Κοιτούν παιδιά και δάσκαλοι,απόξω απ' το σχολειό τους,
γιάπηδες στα γραφεία τους κι εργάτες στα γιαπιά,
παπάδες που βουρλίζονται και κάνουν το σταυρό τους,
τρελοί,ισοβίτες και νεκροί στο μνήμα τους βαθιά.

Τι θάματα,τι ζωγραφιές-βαρκούλες στον αγέρα,
τι αρμονίες μυστικές του Απείρου,μαγικές !
Κι αυτοί τρελοί αρμενιστές,στης Πίνδου τη γαλέρα,
σκορπάν' στο Σύμπαν χρώματα,πουλιά και μουσικές.

Ψηλά στις πλάτες του στοιχειού,ορθοί μες στον αιώνα,
κοιτάνε ό,τι απόμεινε απ' τον παλιό καιρό:
μια του Θεόφιλου παλιά,ξεθωριασμένη εικόνα
κι ένα του Μάρκου απτάλικο,ρεμπέτικο παλιό.

Κι έπειτα,τούς τραβά ψηλά,στ' Αράχθου το φαράγγι,
κούρνιο ζητώντας στον γκρεμό,τ' ακοίμητο στοιχειό,
μακριά από τούτου του καιρού,τ' αχόρταγο σφαλάγγι,
στην Άγια Πέτρα για να βρει μανούλα και θεό.

Κι εκεί στα κρύα τα κράκουρα,γέρνουν να κοιμηθούνε,
στο χιόνι,στον ασπάλαθο και στ' Άστρου Τη Σιγή . . .
. . . Στην πέτρα και στον άνεμο,θα ξαναγεννηθούνε,
σαν κάποτε,Απολλώνιοι κι ακόμα πιο λαμπροί.

Και πάλι εικόνισμα ψηλά,θα υψώσουν την πατρίδα,
θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση ξανά.
Τη Γλώσσα,την Τιμή,το Φως,το Χρέος και την ελπίδα,
κερί στα σπλάχνα του Έλληνα,θ' ανάψουν σαν παλιά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Βαθιά στη θεοσκότεινη τ' Αράχθου τη χαράδρα,
σαν στάξουν μάλαμα οι θολές ματιές των αστεριών,
βγαίνει τη νύχτα ένα στοιχειό,που 'χει τα μάτια μαύρα
και τρώει απ' το γλυκόπικρο το μέλι των γκρεμών.

Τον άνεμο ακουρμαίνεται,τον Γαλαξία κοιτάζει,
τους δείχτες σαν σημάνουνε,να δει των αστεριών,
για να ξυπνήσει τους σαλούς,που πέτρωσαν στ' αγιάζι,
να βγουν σαν πρώτα,Οδηγητές ανθρώπων και καιρών.

ά. - λεύτερη Πίνδος

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Στ' Αράχθου τη λυσιά ...



ΣΤ' ΑΡΑΧΘΟΥ ΤΗ ΛΥΣΙΑ
Σ' ονειροφαντασιά, εψές εδιάβηκα
τ' Αράχθου τη λυσιά την ανεμόδαρτη ,
πάνω απ' τον ποταμό που βαριοβόγκαγε,

τινάζοντας ψηλά τα μαύρα σπλάχνα του.

Μπροστά τραβούσε ένας παπάς-καλόγερος,
στο πλάι δυο μαστορόπουλα αμούστακα
κι οπίσω πως εδιάβαινε -μου φάνηκε-
ο πάππος μου ο βαριόμοιρος ο δάσκαλος,

ο νιος ο πρωτοψάλτης ο βροντόφωνος
που τριαντάρης χτίκιασε κι εχάθηκε.

Δεκάδες στρατοκόποι ακολουθούσανε
σκυφτοί να πάν' στην όχθη την αντίπερα
κι έσμιγε τη βουβή τη βαρυγκώμια τους
ο ποταμίσιος βόγκος ο μακρόσυρτος
σε μοιριολόι παράξενο κι απόκοσμο
που ως πάνω στου Θεού την πόρτα έφτανε.

Κι αυτός σ' όλη την πλάση τ' αντιγύρναγε
με τη βαριά φωνή του τη στεντόρεια,
πότε με τη βροντή και με τον άνεμο
και πότε με τ' αητού τ' άγριο κρώξιμο... 


Χ'λιαράς-λεύτερη Πίνδος-25 Αύγουστος 2010

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Ποτάμι είναι και βιάζεται

 


‎(Το ποτάμι...Οι πνιγμένοι του...Η λήθη...Η ζωή...)

ΠΟΤΑΜΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΒΙΑΖΕΤΑΙ...`

Ποτάμι είναι και βιάζεται,
ποτάμι είναι και πάει.
Τα ζωντανά τα νοιάζεται,
τ' άψυχα τ' αγαπάει.

Δίνει και στους πνιγμένους του
λωτούς, για να ξεχνάνε
παιδιά, μανάδες κι αδερφούς
και φίλους που αγαπάνε.

Μα σαν φουσκώνουν τα νερά,
μάνα μ' τα πρωτοβρόχια,
παίρνει το ρέμα τούς λωτούς,
παίρνει τ' Άδη τα βρόχια

και πάν' να βρουν τους ζωντανούς,
όλο χαρά οι πνιγμένοι.
Κανείς δεν τους θυμάται πια.
Γυρνάνε λυπημένοι.

Δένουν μια πέτρα στο λαιμό
για να ματαπνιγούνε,
μπράτιμοι με τον ποταμό
για πάντα να γενούνε.

χ'λιαράς-19/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Άραχθος

 


‎(...Ο Άραχθος ...Και το μοιριολόι του που όλο χάνεται στη θάλασσα...
...Κι όλο γεννιέται απ' την αρχή...Κι αιώνες τρέχει κάτω απ' το χωριό...
...Άλλο ποτάμι κάθε φορά...Άλλα νερά...Άραχθο το λέμε εμείς, πάντα...)

AΡΑΧΘΟΣ

 "-Αρ-αχ !αρ-αχ ! αρ-αχ ! κι αχ-ά !" ,
βαριομοιρολογά
ο φουκαράς ο Άραχθος
στη μέση στα βουνά,

με δέκα πετρογέφυρα
γιορντάνι στο λαιμό
και μύρια αστροφεγγίσματα
πετράδια στον αφρό...

"-Αρ-αχ !αρ-αχ ! αρ-αχ ! κι ωχ-ώ !
κορμάκι μ' δροσερό,
που θα σε φάει η θάλασσα
και τ' αρμυρό νερό!

Αρ-αχ !αρ-αχ ! αρ-αχ ! κι ωχ-ώ !
να 'μουν αντράκι νιό,
να χτίσω κάστρο γύρω μου
να φτάνει ως το Θεό,

σαν τα Τζουμέρκα ολόιδιο
μεγάλο κι αψηλό
να μη με φτάνει η θάλασσα,
με τον ωκεανό!

Δροσιά στον κόσμο στάλαξα,
μα θα με φάει η θάλασσα.

Να 'χα ποδάρια ν' ανεβώ
στο πιο ψηλό βουνό,
μακριά απ' τις μαυροθάλασσες,
κι απ' τ' αρμυρό νερό.

Αρ-αχ !αρ-αχ ! αρ-αχ ! κι αχ-α !,
γεια σας βουνά μ' πλα-τύ-ρ-αχ-α . . ."

χ'λιαράς-2009-λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Στη γέφυρα στο Τσίμοβο

 

 (Το νερό...Η ζωή...Τα γεφύρια...Ο χρόνος που όλα τα καταλύει...Η μοίρα του ανθρώπου, η μοίρα η βαριά...)

ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΣΤΟ ΤΣΙΜΟΒΟ
Μια νύχτα, η μοίρα η βαριά,
η μοίρα του ανθρώπου,
κατέβαινε απ' τα βουνά
και πάαινε όπου-όπου.

Στη γέφυρα στο Τσίμοβο,
στου ποταμού τη δίνη,
δίνει νερό τ' αλόγου της,
πίνει νερό κι εκείνη

και στρώνει φύλλα και κλαριά
να κοιμηθεί να γείρει
μα τόσο που 'τανε βαριά,
γκρεμιέται το γεφύρι

και πέφτει στα βαθιά νερά
μαζί με τα τσιμέντα,
τ' ανθρώπου η μοίρα η βαριά
η σκοτεινή η αφέντρα.
........................................
Σαράντα τρεις την τράβαγαν ,
σαράντα τρεις χαθήκαν'.
Τη μοίρα την ανθρώπινη,
στη στράτα τους τη βρήκαν.

χ'λιαράς-19/8/2010-λεύτερη Πίνδος