Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Το φεγγάρι στα Τζουμέρκα

 



‎(Το φεγγάρι.Τα χιονισμένα Τζουμέρκα.
Ποιο είναι ομορφότερο ?Λαμπρότερο?...)

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ
Στο διάφανο ψηλά του αιθέρα δίχτυ,
ρούσο παλληκαράκι το φεγγάρι
μού ομίλει "-Τη δικιά μου ορίζω τύχη !...
Αχ να την όριζες κι εσύ, μακάρι..

Να μη γερνάς, να θάλλεις και να ζεις
σαν τα βουνά τ' αθάνατα της Γης ! "

Μα φύσηξε απ' του Σύμπαντος τα βάθη
βοριάς και νέφη εγιόμισε ο αιθέρας
και τ' άτυχο το φεγγαράκι εχάθη,
σαν όνειρο της παγερής εσπέρας.

Κι απόμειναν τα κρουσταλλένια χιόνια,
τις λαμπηδόνες τ' ουρανού ν' αρμέγουν,
να στεφανώνουν τα βουνά τα αιώνια
κι απ' το φεγγάρι πιότερο να φέγγουν...

Να φέγγουνε κι εμένα εκεί που θα 'μαι
στα κυπαρίσσια αγνάντια απ' τα Τζουμέρκα,
στον πατερούλη δίπλα να κοιμάμαι,
με τις βουβές του ορμήνιες για κουβέρτα.

ά. - λεύτερη Πίνδος

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

To στοιχειό του Αράχθου

To στοιχειό του Αράχθου
Βαθιά στη θεοσκότεινη τ' Αράχθου τη χαράδρα,
σαν στάξουν μάλαμα οι θολές ματιές των αστεριών,
βγαίνει τη νύχτα ένα στοιχειό,που 'χει τα μάτια μαύρα
και τρώει απ' το γλυκόπικρο το μέλι των γκρεμών.

Kέδρους έχει στα σπλάχνα του και ραγισμένα βράχια,
φωτιές στις κρύες φλέβες του και λόγκους στα μαλλιά
και στο κορμί του τ' άσαρκο, σπηλιές και καταράχια
και χιόνια κι ανεμόβροχα κι αγρίμια και πουλιά.

Διαβαίνει πάνω απ' τα παλιά τα πέτρινα γιοφύρια,
μ' έναν θρασκιά Αρβανίτη πλάι στ' αυτί του το ζερβί.
Του δεκαπεντασύλλαβου περνάει τα παραθύρια
και βγαίνει απόξω απ' το παλιό του Φλόκα μαγαζί.

Εκεί είν' ο Γκάτσος,ο Χατζής,ο Βάρναλης κι ο Ρώτας,
ο Εμπειρίκος με τον Κουν κι ο Σικελιανός,
η Φλαίρη,ο Μάνος με τον Μποστ,ο Μίκης κι ο Σκαλκώτας,
ο Ρίτσος,ο Εγγονόπουλος κι ο Πάνου ο "τρελός".

Τους παίρνει όλους στις πλάτες του και δρασκελάει και πάνε
Κρήτη και Δωδεκάνησα,Ρούμελη και Μοριά
κι ας είναι καταχείμωνο,ανθίζουν κι ευωδάνε
όπου διαβαίνουν,θάλασσες και πόλεις και βουνά.

Κοιτούν παιδιά και δάσκαλοι,απόξω απ' το σχολειό τους,
γιάπηδες στα γραφεία τους κι εργάτες στα γιαπιά,
παπάδες που βουρλίζονται και κάνουν το σταυρό τους,
τρελοί,ισοβίτες και νεκροί στο μνήμα τους βαθιά.

Τι θάματα,τι ζωγραφιές-βαρκούλες στον αγέρα,
τι αρμονίες μυστικές του Απείρου,μαγικές !
Κι αυτοί τρελοί αρμενιστές,στης Πίνδου τη γαλέρα,
σκορπάν' στο Σύμπαν χρώματα,πουλιά και μουσικές.

Ψηλά στις πλάτες του στοιχειού,ορθοί μες στον αιώνα,
κοιτάνε ό,τι απόμεινε απ' τον παλιό καιρό:
μια του Θεόφιλου παλιά,ξεθωριασμένη εικόνα
κι ένα του Μάρκου απτάλικο,ρεμπέτικο παλιό.

Κι έπειτα,τούς τραβά ψηλά,στ' Αράχθου το φαράγγι,
κούρνιο ζητώντας στον γκρεμό,τ' ακοίμητο στοιχειό,
μακριά από τούτου του καιρού,τ' αχόρταγο σφαλάγγι,
στην Άγια Πέτρα για να βρει μανούλα και θεό.

Κι εκεί στα κρύα τα κράκουρα,γέρνουν να κοιμηθούνε,
στο χιόνι,στον ασπάλαθο και στ' Άστρου Τη Σιγή . . .
. . . Στην πέτρα και στον άνεμο,θα ξαναγεννηθούνε,
σαν κάποτε,Απολλώνιοι κι ακόμα πιο λαμπροί.

Και πάλι εικόνισμα ψηλά,θα υψώσουν την πατρίδα,
θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση ξανά.
Τη Γλώσσα,την Τιμή,το Φως,το Χρέος και την ελπίδα,
κερί στα σπλάχνα του Έλληνα,θ' ανάψουν σαν παλιά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Βαθιά στη θεοσκότεινη τ' Αράχθου τη χαράδρα,
σαν στάξουν μάλαμα οι θολές ματιές των αστεριών,
βγαίνει τη νύχτα ένα στοιχειό,που 'χει τα μάτια μαύρα
και τρώει απ' το γλυκόπικρο το μέλι των γκρεμών.

Τον άνεμο ακουρμαίνεται,τον Γαλαξία κοιτάζει,
τους δείχτες σαν σημάνουνε,να δει των αστεριών,
για να ξυπνήσει τους σαλούς,που πέτρωσαν στ' αγιάζι,
να βγουν σαν πρώτα,Οδηγητές ανθρώπων και καιρών.

ά. - λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Μην είν' ο Κώστας; Μην είν' ο Γιώργος ; Λιούλιε καημένε...





Ποιος είν' εκείνος που κατεβαίνει
ψηλά απ' τα κέδρα κι απ' το βουνό,
κι ανεί το μνήμα στη γης και μπαίνει
πώς μπαίνει ο ασίκης μες στο χορό;

Μην είν' ο Κώστας , μην είν' ο Γιώργος,
μην είν' ο Λιούλιος, μη κι ο Χριστός,
μη κι απ' το τέμπλο που εβγήκε ολόρθος
ο Ταξιάρχης ζωγραφιστός;

Ποιος είν' εκείνος που 'ναι εκεί πέρα
πίσω απ' την Άγια Παρασκευή ,
πού 'βαλε μαύρη την πέτρα βέρα
γαμπρός στον Άδη να κατεβεί;

Μην είν' ο Κώστας , μην είν' ο Γιώργος,
μην είν' ο Λιούλιος ο πιο μικρός
κι έχει το μάτι στ' άραχλο σκότος
ωσάν της Πίνδου τ' άγιο το φως;

ά. - λεύτερη Πίνδος - 2 Αυγούστου του 2016

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Γρηγόρης Κωσταντή Μασσαλάς, ο Ταπεινός Του Βουνού (1931-2015)

 Μασαλάς  Κ. Γρηγόρης


http://greekactor.blogspot.gr/2012/02/blog-post_7409.html 
http://84.205.237.165/index.php?q=el/node/618
....ξημερώνοντας , προψές,3 Αυγούστου, ωρα 3 τα ξημερώματα....στην πλατεία στο χωριό μου στους Χουλιαράδες....εγώ κι ο άνεμος μονάχα, που 'ρθε και μου ψιθύρισε με το θρόισμα των κλαριών, για το συγχωριανό και παλιό φίλο του πατέρα μου,Γρηγόρη Κωσταντή Μασσαλά, τον θεατράνθρωπο (ηθοποιό, σκηνοθέτη, δάσκαλο κ.λ)  που όσο ζούσε , τιμούσε τον πατέρα του τον Κωσταντή, γράφοντάς τον κι αναφέροντάς τον πάντα όποτε δήλωνε τα στοιχεία του,και βάζοντάς τον (Κωσταντής), σαν σφήνα ανάμεσα απ' τ' όνομά του (Γρηγόρης), κι απ' το επίθετό του (Μασσαλάς): Γρηγόρης Κωσταντή Μασσαλάς....!!!!!..........και που πάντα έκανε λόγο για το χωριό του/μας, τους Χουλιαράδες, ωσάν να ήταν  τίτλος τιμής (και σάμα δεν είναι;) αυτή η Χουλιαριώτικη-βουνίσια καταγωγή του......βέβαια, μονάχα αυτός ήξερε το βάρος την αξία και την αγιοσύνη των Ταπεινών Του Βουνού,των ανθρώπων που βάδισαν παλιότερα κι ως τη δεκαετία του '70,εκεί πάνω στ' άγρια βουνά, μες στην τυράγνια και στη φτώχεια, για να πάνε τη ζωή μπροστά, ολότελα άγνωστοι στους αστούς που γράφουν την Ιστορία ανθρώπων και γεγονότων...

 Προψές τη νύχτα που 'μουν σπούργος στο θρασκιά
 βράδυ τ' Αυγούστου τρεις η ώρα ξημερώματα
ολομονάχος σαν τον κούκο στα βουνά
που κοινωνάει στη σιγαλιά βουνίσια  αρώματα

και ψαλμουδιές  ανήκουστες συμπαντικές
κι ανάσες Άγιων που σαλοί και μόνοι εζήσανε
κι ας μες σε κόσμο, του χωριού οι αλυγαριές
σκύψαν' και θρόισαν και στ' αυτί μού ψιθυρίσανε

για τον αρτίστα το Γρηγόρη Μασσαλά
τον καλλιτέχνη που ωσάν μάνα του αγάπαγε
το θέατρο και σιγαλά και ταπεινά
σαν άγιο τόπο το σανίδι πάντα επάταγε,

για το Γρηγόρη Μασσαλά, το Χουλιαρά
που 'χε κορώνα του και φυλαχτό κι εικόνισμα
τον κύρη του ,γι' αυτό σαν σφήνα -ευλαβικά-
τ' όνομα "Κωσταντής", στο επίσημό του τ' όνομα

"Γρηγόρης Μασσαλάς" , έβανε μια ζωή,
μα και τη ρίζα του τον τόπο του ονομάτιζε
τους Χουλιαράδες των Τζουμερκων, παναπεί
σ' αυτά τα δυό τη ζήση του ο Γρηγόρης άθροιζε :

στον κύρη του και στο φτωχό του το χωριό!
Στη Τζουμερκιώτικη λοιπόν σαν αναπαύτηκε
τη γη , απ' τον ήλιο απ' τα κλαριά κι απ' το βουνό
ωσάν παλιοκαιρίσιος Χουλιαράς δοξάστηκε,

και  μήνες τώρα ο Άραχθος κάθε νυχτιά
στη βραδινή του κάτω απ' τ' άστρα την παράσταση,
στο συρματένιο το γιοφύρι στη Λυσιά
που 'χει η Αρμονία κι ο Έρωτας διαρκή επανάσταση,

"Τον Ταπεινό ,παίζει ως να φέξει, Του Βουνού"
το τελευταίο του Γρηγόρη το μονόπρακτο
για τα παιδιά ενός κατώτερου θεού
που 'χαν τον ίσκιο και το βήμα τους θεόρατο

κι ολότελα άγνωστοι βαδίσανε ψηλά
και τη ζωή μπροστά με δάκρυο κι αίμα επήγανε
εκεί στην πέτρα στην τυράγνια στα βουνά
μνήμη τ' ανέμου και τ' ασπάλαθου ώσπου γίνανε.
ά. - λεύτερη Πίνδος- 4 Αυγούστου του 2016











Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

ΚΩΣΤΑΣ ΣΟΝΤΗΣ-"ΑΝΤΑΡΤΗΣ" -Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ(21 Γενάρη1965- 6 Νοέμβρη 2015)


ΚΩΣΤΑΣ ΣΟΝΤΗΣ-"ΑΝΤΑΡΤΗΣ" -Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ(21 Γενάρη1965- 6 Νοέμβρη 2015) 

Και τώρα, Αντάρτη , ποιος θα βγαίνει ταχυδρόμος
της άνοιξης του σύγνεφου και των πουλιών,
στους Χουλιαράδες ; Kούφιους θ' αντηχάει ο δρόμος 
αλαλαγμούς των "γνωστικών" και "λογικών", 


κι εσύ στον Άραχθο τις νύχτες την καμπάνα
βαριά θα κρού'ς μπας και σ' ακούσει ο Θεός
να κατεβεί που του 'χεις έτοιμη τζιβάνα
να μαστουρώσει, τον ντουνιά να φκιάσει αλλιώς...
ά. - λεύτερη Πίνδος - 7 Νοέμβρη του 2015

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Γιαννιώτικη βροχή

 (photo:Θωμάς Σιώζος)

 Όπου, τρέχοντας χτες 6 Μάη,κατά τις 8, πριν το σούρουπο,δίπλα στη λίμνη των Γιαννίνων και προς την Καστρίτσα, μ' έπιασε άγρια βροχή.Χαλάζι κι αγέρας δυνατός.Βορειοδυτικός. Κι όταν λέμε "βροχή", εννοούμε να 'χουν ανοίξει οι ουρανοί...Οι Γιαννιώτες ξέρουν...Το διαπίστωσαν χτες και προχτές.. Σημείο!!!
Μούσκεμα ως το κόκαλο, το χειρότερο είναι να σταματήσεις να τρέχεις.Ειδικά με τέτοιον αγέρα.Παγώνεις.Πόσο μάλλον, όταν τρέχεις  ..ξεμπλέτσωτος, όπως το 'χω εγώ συνήθειο, χρόνια τώρα. 
Το καλύτερο μου μπορείς να κάνεις, είναι να συνεχίσεις να τρέχεις μ' αμείωτο ρυθμό. 
Ε, κάπως έτσι, γίνεσαι ένα με τη βροχή, αδερφός της και φίλος της.Και μ' όλα, τριγύρω.Ζωντανά κι άψυχα.Αδερφός και φίλος πάλι.Και με τα σύννεφα, πάνω.Αδερφός και φίλος.Κομμάτι κι εσύ αδιαίρετο της Πλάσης, σάρκινη χάντρα στο άφθαρτο κι αιώνιο κομπολόι του Σύμπαντος. 
...Και πας...Και πας...Ως που, μες σε τούτο το ασυνήθιστο σκηνικό -κι είν' αλήθεια πως σε πρωτόγνωρες καταστάσεις, βιώνεις πρωτόγνωρα συναισθήματα, αλλόκοτα κι όμορφα- έρχεσαι σ' έκσταση κι αρχινάς να βλέπεις και ν' ακούς πράματα.Ακούς στίχους ποιητών που αγαπάς.Γεύεσαι ψήγματα αθανασίας, έτσι που μ' όλη σου την αλκή τρέχοντας, σκίζεις  το μαύρο κι ογρό σκοτάδι και ξορκίζεις-νικάς του θανάτου το φόβο, τον ανίκητο ως τα τώρα...Στη βροχή πάντα...Στη Γιαννιώτικη βροχή που, τόσο συχνά που πέφτει, είναι ένα με τα Γιάννενα...Απ' όταν επλάστη ο κόσμος...Άγιο και κρύο μύρο, στις πλάτες της πάλαι ποτέ όμορφης μικρής μας πόλης...
 
 ΓΙΑΝΝΙΩΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ
Κι όπως το σούρουπο έτρεχα στις παραλίμνιες στράτες,
κι απάνω η ογρόστομη η βροχή η κοσμοαπολυμάντρα 
μού  'πεφτε αγίασμα στις γυμνές τις ξαναμμένες πλάτες, 
στο κομπόλόι του Σύμπαντος σάρκινη ένιωθα χάντρα, 
 
μια χάντρα εγώ, χίλιες της Γης τ' αθώα τα πεταλούδια, 
χίλιες του αιθέρα οι μυρουδιές, χίλιες τα γκρίζα νέφη, 
και χίλιες τα μυριόστομα λυπητερά τραγούδια 
που φτάναν' πέρα απ' το θολό, μαύρο της νύχτας ξέφτι, 
 
-τραγούδια για το θάνατο και τις παλιές αγάπες, 
του Καρυωτάκη, του Άσιμου, του Λαπαθιώτη, του Άγρα-
και θούρια για τους ταπεινούς, στις παραλίμνιες στράτες, 
ανάρια ως έψελνε η βροχή η κοσμοαπολυμάντρα,
 
ως πού  'φτανε η γλυκιά η ζωή, κι ως πού η θανή κι ο ζόφος
μήτε που μ' ένοιαζε, έτσι αργά που εγλύκαινε τριγύρω 
η Πλάση κι ο Ηπειρώτικος γενέθλιος ο τόπος, 
απ' της Γιαννιώτικης βροχής τ' άγιο το κρύο το μύρο...  
 
άγγελος-6 Μάη του 2014  
τρέχοντας στη βροχή...στη Γιαννιώτικη αιώνια βροχή...

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Η Ντίνα από τους Χουλιαράδες

Για όλα της πόλης τα καλούδια
διόλου δεν θα 'δινε παράδες
η Ντίνα, αδέρφια έχει τα ζούδια,
γίδια φυλάει στους Χουλιαράδες , 

κι αν κάμποσοι την περγελάνε,
να φάν’ στα Γιάννενα στη μάπα
μούχλα,μαζούτ κι αιθάλη, πάνε.
 Σαν θηλυκός Αη-Λιας στη στράτα,   

η Ντίνα με την καφετιά της
τη μάλλινη ψηλή κατσιούλα
διαβαίνει με τα ερίφιά της
αρχόντω αγνάντια απ' τη Στρογκούλα, 

κι όποτε πάει , κάνα Σαββάτο,
στο καφενείο με  τα καλά της
να  κατεβάσει άσπρο πάτο
την πενηντάχρονη ερημιά της, 

πίσω από τον καφετζή, κοιτούνε
τα ρακογυάλια αραδιασμένα,
και τρίζουν, κλαίνε και ριγούνε
πριχού σ' αντάμικο, ένα-ένα,

χορό πιαστούνε του Ζαλόγγου,
κομμάτια να γινούν χιλιάδες
μπρός στην πριγκήπισσα του λόγκου:
τη Ντίνα από τους Χουλιαράδες...

άγγελος-27 Απρίλη του 2014
Χουλιαράδες-λεύτερη Πίνδος

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Τσιφτρέλλο


Όταν θα πεθάνω, θέλω 
να με πάτε να καώ 
στο Τσιφτρέλλο, στο Τσιφτρέλλο 
καρβουνάκι να γινώ,

στάχτη απάνω στων αγγέλων 
τα κατάλευκα φτερά 
στο Τσιφτρέλλο, στο Τσιφτρέλλο 
και στ' Αράχθου τα νερά, 

μαύρο να  'χει η μέρα βέλο 
και πλερέζες τα βουνά 
στο Τσιφτρέλλο, στο Τσιφτρέλλο 
για μιαν ώρα μοναχά. 

Άγγελος 
24 Μάρτη του 2013

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Α, ρε πατέρα...

 

 


Α, ρε πατέρα, που 'φαγες ψυχή και νιάτα
στην εξορία, στην ταλαιπώρια, στα βουνά,
για  νά  'ρθουν  πάλι  τα  συσσίτια, τ' άδεια πιάτα
και τα γερμανικά  ξανά  τ'  αφεντικά...
 

Αύγουστος είναι, μα το κρύο πήρε να τσούζει.
Βάζω τ' αντάρτικα κι ένα διπλό ρακί.
Στην κερασιά που εφύτεψες, ο γκιώνης σκούζει.
Στο πράκι που 'γερνες η νύχτα αιμορραγεί.  


Τρίζουν τα κόκκαλά σου, ανατριχιάζει η στράτα
από το σπίτι ως την Αγια-Παρασκευή...
Α, ρε πατέρα, που 'φαγες ψυχή και νιάτα,
για να ξανάρθει η συφορά κι η Κατοχή...

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Το τρελό βουνίσιο ρολόι

 


Απ' τη ζερβή μεριά σου λες εννιά,
πεντέμιση απ' τη δεξιά σου μόνο, 
τρελό ρολόι του πεύκου, του θρασκιά,
ρολόι βουνίσιο που  αψηφάς το χρόνο


                       και μοναχά την πέτρα τη γερή
τη χθόνια προσκυνάς  τη  γκρίζα αφέντρα
και τον  μερακλωμένο τον πιοτή
απ' τ' Αη-Δημήτρη το ιερό δυο μέτρα,


                           που χαιρετάει τον πλάτανο κρυφά
και κοινωνάει  με  παγωμένο ζύθο,
στο μαξιλάρι μ' όνειρα γλυκά
τον πόθο  ν'  ανταμώσει  και  το μύθο


                          κι η ώρα  να  'ναι εφτά  και  να  'ναι  εννιά
κι οχτώμιση  και πέντε  κι  όσο  θέλει
και ποταμίσια ανάσα η χαρά 
και μυρωμένο ο ζέφυρος καρβέλι 


                           και τριζονάκια οι πότες  παλαβά
κι  αηδόνια  οι  ομορφούλες κι οι  ξενύχτες
 να  σφάζονται απ' τον Έρωτα γλυκά
ψηλά στους τρελαμένους σου ωροδείχτες. 


                      ...................................................................
Κι η ώρα να  'ναι  πάντα  ώρα βουνού 
κι  αλήτη ώρα κι  ώρα  ερωτιάρη
κι  ώρα -σαν φέγγει-  υπόκλισης Θεού
στο γίγαντα το μεροκαματιάρη.


Άγγελος
Σάββατο βράδυ , 4 Αυγούστου 
Χουλιαράδες, στην πλατεία...το ρολόι 
του χωριού, σε πείσμα  του  πανδαμάτορα χρόνου,
σημαδεύει 9 στη  ζερβή του ένδειξη και 5.30  στη δεξιά του,
κι ας είναι  11.30, νύχτα τ' Αυγούστου, με την πλατεία 
γιομάτη κόσμο να κοινωνάει με μπύρα
και μ'  έναν   μερακλωμένο  πιοτή(δεξιά στη φωτογραφία),
δυο μέτρα απ' τ' Αη-Δημήτρη το ιερό ,να χαίρεται 
κι αυτός τον παγωμένο ζύθο...
                       


Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Στην Αγια-Παρασκευή


Φτωχούλι, όποτε πείναγα κι επάγωνα,
 επάαινα στου χωριού την εκκλησιά,
να πάρω της σιωπής κεροδοσιά,
σκυφτός καμπόσην ώρα πλάι στον άμβωνα.

Εκεί οι κρυφές βουλές μου μ' οδηγούσανε
στ΄Αρχάγγελου τον ίσκιο, μοναχό,
της ερημιάς τον ήχο να γρικώ
και τα στασίδια που ετριζοβολούσανε

και την ανάσα απ' το γλυκό τ' αχνόγελο
της Παναγιάς που εβάσταγε αγκαλιά
το λυτρωτή της Γης,το Βασιλιά,
της πλάσης τον αμάραντο ασφόδελο.

Κι ως ήμουν παρασούσουμο λιπόσαρκο,
τα κηροπήγια δίπλα μου φωνή
βγάζαν : "-Nα ρίξει μπόι, να στυλωθεί,
βόηθα το, Παναγιά-Παρθένα, βόηθα το!".

Κι Εκείνη, -μάρτυράς μου η χλόη που βλάσταινε
στις πλάκες χάμω , χώμα οπού 'χε ογρό-
πιο στοργικά απ' τη μάνα μου θαρρώ,
με γάλα απ' Τ' Άγια Στήθια Της μ' ανάσταινε

κι άντεχα το φτωχούλι και τα βάσταγα
τα δύσκολα της φτώχειας και τ' αβάσταγα. . . 



χ'λιαράς-15 Γενάρη του 2011-λεύτερη Πίνδος

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Τα Χουλιαρόπαιδα

 

(Τα Χουλιαρόπαιδα.Aπό αριστερά, όπως κοιτάζουμε:Δημήτρης Κ. Μπενέκος(Καψάλης), Νίκος Κ. Μασαλάς, Σωτήρης Κ. Παπαγεωργίου.Στις 11 Οχτώβρη, του 1940, στο ρολόι,μπροστά απ' το ηρώο,στην πλατεία στα Γιάννενα...)






ΤΑ ΧΟΥΛΙΑΡΟΠΑΙΔΑ
Τα Χουλιαρόπαιδα, 'μπρός στο ρολόι,
στη μπούκα απ' του ηρώου τα κανόνια,
της ζήσης λογαριάζουν τ' αρμολόι 

και τ' άγνωρα κατοπινά τους χρόνια...

Οι δυο τους, χώνουν το ζερβί στις τσέπες,
γιατί το νιώθουν ήδη στις λαγόνες,
τ' αγιάζι απ' του καημού τις μαύρες στέπες,
με των δακρύων τις μέλλουσες σταγόνες.

Ο τρίτος, τυχερότερος μια στάλα,
φαρμάκια δεν θα πιει τόσο μεγάλα...

Κι ως τόσο, αλλού κι οι τρεις το βλέμμα στρέφουν,
μακριά απ' το σταχτοπέτρινο ρολόι.
Να βλέπουνε τους δείχτες, δεν τ' αντέχουν,
στριγκό να ηχούνε πλάι τους μοιριολόι :

Προτού μια ώρα, εσήμαναν τη γέννα!
Κι οι τρεις, στον άλλο χτύπο , θε ν' ασπρίσουν !
Ανθάκια, στον παράλλο, μαραμένα,
θα γείρουνε, θα πέσουν, θα μαδήσουν !

Θα μείνουν μόνο τα μαθητικά τους
πηλίκια που όμοια έχουν κι οι δραγάτες,
να μολογάν' πικρά το πέρασμά τους,
στου κόσμου τους κατοπινούς περάτες !

Κι ωσάν θλιμμένος γκιώνης στο ηλιογέρμα,
κι ωσάν παιδί που ενύχτωσε στο ρέμα,
κάτω απ' το γείσο, τ' άδειο τους το βλέμμα,
θα μελετάει αιώνια τ' αρμολόι
της ζήσης που άφησαν μισό τα έρμα,
διαβαίνοντας σαν ίσκιοι και σαν ψέμμα
-κι ας φτάσαν' γέροι εντέλει ως το τέρμα-
τα Χουλιαρόπαιδα 'μπρός στο ρολόι...

χ'λιαράς/λεύτερη Πίνδος/21 Φλεβάρη του 2011

Στ' Αράχθου τη λυσιά ...



ΣΤ' ΑΡΑΧΘΟΥ ΤΗ ΛΥΣΙΑ
Σ' ονειροφαντασιά, εψές εδιάβηκα
τ' Αράχθου τη λυσιά την ανεμόδαρτη ,
πάνω απ' τον ποταμό που βαριοβόγκαγε,

τινάζοντας ψηλά τα μαύρα σπλάχνα του.

Μπροστά τραβούσε ένας παπάς-καλόγερος,
στο πλάι δυο μαστορόπουλα αμούστακα
κι οπίσω πως εδιάβαινε -μου φάνηκε-
ο πάππος μου ο βαριόμοιρος ο δάσκαλος,

ο νιος ο πρωτοψάλτης ο βροντόφωνος
που τριαντάρης χτίκιασε κι εχάθηκε.

Δεκάδες στρατοκόποι ακολουθούσανε
σκυφτοί να πάν' στην όχθη την αντίπερα
κι έσμιγε τη βουβή τη βαρυγκώμια τους
ο ποταμίσιος βόγκος ο μακρόσυρτος
σε μοιριολόι παράξενο κι απόκοσμο
που ως πάνω στου Θεού την πόρτα έφτανε.

Κι αυτός σ' όλη την πλάση τ' αντιγύρναγε
με τη βαριά φωνή του τη στεντόρεια,
πότε με τη βροντή και με τον άνεμο
και πότε με τ' αητού τ' άγριο κρώξιμο... 


Χ'λιαράς-λεύτερη Πίνδος-25 Αύγουστος 2010

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Για τον ωραίο κι ευγενικό το θάνατό μου



Για τον ωραίο κι ευγενικό το θάνατό μου,
θα 'χω οπωσδήποτε καμπόσους -λέω- μαρτύρους:
κάναν ασπάλακα και δυο τρεις σκαντζοχοίρους,
να βεβαιώσουνε το τέλος το δικό μου

και να γραφώ σαν τ' άλλα δίποδα ζουλάπια
στου Γιαραμπή και στων ανθρώπων τα κιτάπια.

Γιατί όπως ζούσα, ωσάν ίσκιος κι ωσάν αύρα
και κάθε ημέρα όπως επέθαινα και ώρα,
με της νυχτός για να ξανάρθω την αιώρα
μ' ένα κρασί, στα μαύρα -κι όλα γύρω μαύρα-

μ' είχε ο Θεός μια μαύρη λάμψη στο ηλιογέρμα
κι οι ανθρώποι όλοι ένα τρελό μυστήριο πνέμα.

Έτσι λοιπόν, στερνά σαν γείρω ν' αποδράσω
απ' τον ανθρώπινο το βίο τούτον τον πλάνο,
μια νύχτα τ' Αύγουστου στα  Λάπατα επάνω,
των σκαντζοχοίρων και του ασπάλακα τον μπάσο

ρόγχο στ' αυτί θ' ακουρμαστώ να κουδουνίζει
-Ω ! είδέστε, άστρα, μες στο φως που σελαγίζει,

άνθρωπο ειδέστε για το σύμπαν ν' αρμενίζει,
αδερφωμένο με το χώμα και την πέτρα,
με τα πευκόφυλλα σάβανο και κουβέρτα
και με τ' ακρόχειλα στης γης το ρογοβύζι !

..Και θα 'μαι εγώ αυτός..Τ' αλλόκοτο το πνέμα.
Η μαύρη απόκοσμη η λάμψη στο ηλιογέρμα...

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Βουνίσιο ραβαϊσι

 
Ασπρότατη, άκρα αταραξιά.
Το σπίτι απεκοιμήθη
-σπούργος ατάιστος στο λευκό
της μάνας γης τ' αστήθι.

Νιφάδες-κόρες ξέστηθες,
βοριάδες-αμανέδες,
στα παραθύρια τρίζουνε
μεράκια οι μεντεσέδες

κι απόξω, η φλέβα του κισσού
χαρά σημαίνει κι όρθρο
και κρούει στην πόρτα τη βαριά
το σκουριασμένο ρόπτρο, 

Βγαίνει του πάππου μου η ψυχή,
μικρό παιδί  στο πράκι,
τραβάει για χιονοπόλεμο
στη Ρόβη, στο Κλαράκι : 

"-Άσπρο χιονάκι, ξέξασπρο,
μαύρα μου κι έρμα νιάτα..."
Μαργώνουν τα ποδάρια του
στην παγωμένη στράτα, 

όνειρο γέρνει καταγής,
κέδρο αψηλό νυχτώνει,
λύκος κοιμάται αμέρωτος
κι αγέρας ξημερώνει, 

φυσάει, στήνει στα Γιάννενα
βουνίσιο ραβαϊσι
και βρίσκω τις ριζούλες μου
οπού 'χα ξαστοχήσει...  



 το ραβαϊσι=το γλέντι 

 χ'λιαράς/λεύτερη Πίνδος/21 Δεκέμβρη 2011-το πρώτο χιόνι στο χωριό

Χορεύει ο άντρας ο Χ'λιαράς

 

‎(...Ο μερακλής Χ(ου)λιαράς,στη φωτογραφία
επάνω, που χορεύει ψηλά στη Γη των προγόνων του,
νιώθει και είναι θεός, την ώρα που χορεύει....Εξαϋλώνεται.Εξυψώνεται.
Γίνεται ένα με το Θεό και του παραγγέλνει πράματα,
όχι για τον εαυτ
ό του αλλά για τους άλλους,
δυο βήματα απ' τους αγγέλους-κλαριντζήδες που
τους σκορπάει απλόχερα παράδες...)

ΧΟΡΕΥΕΙ Ο ΑΝΤΡΑΣ Ο Χ'ΛΙΑΡΑΣ

Χορεύει ο άντρας ο Χ'λιαράς
ο μερακλής ο γέροντας.
Λουφάζει απόσκια ο βοριάς,
λουφάζει κι ο Αχέροντας.

Δίνει παράδες στα βιολιά
και στο Θεό παραγγελιά :

-Εδώ που κρούω τ' αριστερό
γερά στη γης το γόνατο,
να ρίξει μπόι ως το βουνό
πεύκο ψηλό, θεόρατο.

Μπροστά που μπήγω το δεξί
χέρι ,στο ηλιόφως μάχαιρα,
να γένει εκκλησιά τρανή
με δεκαοχτώ παράθυρα.

Δίπλα που ο αυλός του κλαριντζή
μερεύει όλα τ' αμέρωτα,
τα νιάτα να 'ρχονται, σπονδή
να κάνουνε στον Έρωτα,

βράδυ-βραδάκι, μυστικά
να σμίγουνε τ' ανάσκελα
κι όπως στραγκίζουν τα κορμιά
να ξεδιψάν' τα διάσελα.
.....................
Χορεύει ο Χ'λιαράς, στητός.
Λεύκες τρανές τα χέρια του.
Κι όσα παράγγειλε, ο Θεός
τα γράφει στα τεφτέρια Του.

Ποιος να 'ναι, τώρα που ο χορός
βαστά, τρανότερος  θεός ;
Ο Γιαραμπής στον ουρανό,
ή ο Χ'λιαράς μες στο χορό ;

χ΄λιαράς-4/9/2010-λεύτερη Πίνδος


Μπράτιμοι των πέντε ανέμων


Μονάχο βιός μου της βροχής το κρύο το χάδι
και το κορμί μου ο μπράτιμος των πέντε ανέμων
κι η καλησπέρα των θλιμμένων χρυσανθέμων
Εσπερινό πριχού σημάνουν στο σκοτάδι.

Πλούτος δεν μ' έθελξε άλλος και περιουσία .
Έτσι μού ορίστη: στα βουνά με τ' άλλα ζούδια
του Πλάστη, τρέχοντας , του αιθέρα τα τραγούδια
γρικώντας, να νογάω του κόσμου την ουσία. 

..........................................................................
Βάστα, μανούλα-γης μου, τα περάσματά σου,
με του λαφιού τη βιάση ο ταπεινός να τρέχω
για να ομορφαίνω, για να υψώνομαι, ν' αντέχω,
ώσπου μια αυγή να με δεχτείς στην αγκαλιά σου.

http://connect.garmin.com/player/165061011
http://connect.garmin.com/activity/157917322
http://connect.garmin.com/activity/157917322       

1935



(...στη φωτογραφία του 1935,αποπάνω : 6 γαβριάδες κι ένας 15χρονος που βαράει την καμπάνα της Αγια-Παρασκευής, για τη φτωχολογιά του κόσμου όλου...)

1935
Χίλια εννιακόσια χρόνια και
τριάντα κι άλλα πέντε.
Σαν ψες γεννήθη και προψέ...
Μπαίνει στα δεκαπέντε...
.................................
Βογκά η φτωχολογιά της Γης.
Λίγοι οι καζαντισμένοι.
Τρεις γαβριάδες κι άλλοι τρεις,
ζερβά του συναγμένοι,

κάτω απ' τον άσπρο το σταυρό
και τη βαριά καμπάνα,
μετράνε πείνα κι άδικο
και βάσανα κι ορφάνια.

Χτυπάει αργά με το δεξί
τη χάλκινη καμπάνα.
Ακούν' στα ύψη οι ουρανοί,
στην Πλακανίδα η μάνα :

-Mάνα μου, θά 'βγω στο βουνό,
μάνα μ', θα πάω αντάρτης,
να δώκω ελπίδα στο φτωχό,
να κοκκινίσει ο χάρτης!

-Να πας, παιδάκι μ' ορφανό,
με το Θεό, για το λαό !
...............................................
Επήγε αντάρτης στο βουνό,
για την ελευθερία
κι ύστερα για σωφρονισμό
επήγε κι εξορία.

Επήγανε κι οι σύντροφοι
χαμένοι.Λάθος ! Λάθος !
Ξεχάσανε τον άνθρωπο,
που 'ναι πηλός και πάθος!
.................................................
Ωστόσο, στην Αγια-Παρασκευή,
κάθε φορά που πάω,
στο ίδιο το πεζούλι εκεί,
"-Πατέρα -του μιλάω-

ογδόντα χρόνια απόστασες,
με το σκοινί στο χέρι.
Εχάθηκεν ο Μόσκοβος,
δεν έφερε σεφέρι.
Κατέβα που 'ναι άνοιξη
που 'ναι και καλοκαίρι."

"-Τράβα -μου λέει- στο σπίτι μας
και φέρε μου σαν θά 'ρθεις,
το μάνλιχερ οπού 'κρυψα,
να ματαβγώ αντάρτης."

Κι οι γαβριάδες, πάντα εκεί,
ακόμα εκεί κι οι έξι,
κάνουν για τη φτωχολογιά
της Γης, σταυρό, ν' αντέξει.

Κι όπως τ' απέθαντο κι αισχρό
κοιτάν' το καπιτάλι,
ν' αλέθει αργάτες και φτωχούς
με φούρια πιο μεγάλη,

νιώθουν πως ζύγωσε η στιγμή
η άγια, η μεγάλη,
να φάει η μύγα σίδερο
και το κουνούπι ατσάλι. . .

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Το πέτρινο αδράχτι της Αγια-Παρασκευής

 



‎(Της εκκλησιάς μας το καμπαναριό : ένα πέτρινο, μέγα αδράχτι στα χέρια της Αγια-Παρασκευής, να φκιάνει ζεστό σκέπασμα για τους νεκρούς,στο κοιμητήρι οπίσω...)

Το πέτρινο   αδράχτι της Αγια-Παρασκευής 
Toυ πρωτοράφτη Γιαραμπή
δώρο, τούτο τ' αδράχτι,
να γνέθει η Αγια-Παρασκευή
της ερημιάς της τ' άχτι,

να φκιάνει χράμι από μαλλί,
ζεστό, παλιοκαιρίσιο,
να μην κρυώνουν οι νεκροί
στο κοιμητήρι οπίσω...

χ'λιαράς-18/8/2010- λεύτερη Πίνδος

Ο Χ'λιαράς χάλκινος κότσυφας (Η καμπάνα στους Χουλιαράδες)



‎....H καμπάνα του χωριού μας : ένας Χ'λιαράς(=Χουλιαράς), χάλκινος κότσυφας που λαλεί χρόνια τώρα, πότε χαρούμενα και πότε λυπημένα...Κι όλα δίπλα της,τόσο άγια κι ήρεμα, που να κάθονται κοντά της,μαζί στην ίδια διχάλα του δέντρου,δίπλα-δίπλα, ο σπούργος με το φίδι...

Ο Χ'λιαράς χάλκινος κότσυφας (Η καμπάνα στους Χουλιαράδες)

Χ'λιαράς, χάλκινος κότσυφας
-που 'ρθε πέρα απ' τα μάκρη
της Καμπανίας ο πάππος του-
στης εκκλησιάς την άκρη,
πότε λαλάει όλος χαρά,
πότε με μαύρο δάκρυ.

Χριστούγεννα και Πασχαλιές
και Μεγαλοβδομάδες,
Εισόδια, Πρωτοχρονιές,
Φώτα και Κυριακάδες,

δίνει ρυθμό, δίνει ζωή
και "ντιν" και "νταν" σημαίνει
και χαίρονται όλοι οι ζωντανοί,
κι όλοι οι αποθαμένοι.

Τόσο γλυκά κι ευλαβικά
που κρένει το γλωσσίδι,
στου δέντρου δίπλα τα κλαριά,
ο σπούργος με το φίδι,

σε μια διχάλα και τα δυο 

σιμά-κοντά κι αντάμα
χαίρονται κι ίσκιο κι ουρανό 

και της ζωής το θάμα.

χ'λιαράς-20/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Kι ετούτη η φωτογραφία, από το ..Καβαλιώτικο μπλογκ
http://kavalagreece.blogspot.com/

Πώς τραγουδούσε η ράτσα μας...!

 



Πώς τραγουδούσε η ράτσα μας...! 
Αλλού "λαλούν" απ' το λαιμό
κι αλλού με τους ζουρνάδες,
κι απ' τα βαριά μνημούρια τους
μόνο στους Χουλιαράδες.

Τράβα ένα βράδυ παγερό
με φέγγος φεγγαρίσιο,
στην Άγια την Παρασκευή
στο κοιμητήρι οπίσω,

στάξε ρακί στα μνήματα
ν' ανάψουν τα μηλίγγια
να ζεσταθούν τα αίματα
ν' ανοίξουν τα λαρύγκια

και κάτσε και καμάρωσε
παρέα με το γκιώνη
πώς τραγουδούσε η ράτσα μας
και ζήλευε τ' αηδόνι.

Κάτσε και σώπα κι άκουσε
και στάσου κι ακουρμάσου
τη νύχτα και τον Άραχθο
και τα προγονικά σου

κι άκου το χασοφέγγαρο
κι άκου το Γάκη Σιόντη
που γλύκαινε τα κλέφτικα
στη γλώσσα και στο δόντι

κι ύστερα έλα να μου πεις
γι' άλλους τραγουδιστάδες
γι' άλλα κλαρίνα και βιολιά
και γι' άλλους λαλητάδες...

χ'λιαράς-22/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Ψυχούλες ήταν κι έζησαν...

 

‎(Τα χιόνια που παγωμένα κρέμονται σαν σπαθάκια,
μπροστά στο Χουλιαρόσπιτο: oι ψυχές των παλιών
νοικοκυραίων που κατεβαίνουν να επιθεωρήσουν το
γρέκι τους,όξω απ' το παραθύρι...
Ώσπου να λειώσουν και να ποτίσουν τις
στράτες που εδιάβηκαν ζωντανοί...
Για να ματαγυρίσουν
με το επόμενο χιόνι...) 


ΨΥΧΟΥΛΕΣ ΗΤΑΝ ΚΙ ΕΖΗΣΑΝ . . .

Ψυχούλες ήταν κι έζησαν
ψυχούλες κι εχαθήκαν'
ψυχούλες που σχωρέθηκαν
και σύννεφα γενήκαν

κι άσπρο χιονάκι ανάλαφρο
και λυγερές νιφάδες
κι εγύρισαν στο γρέκι τους
κάτω στους Χουλιαράδες.

Μαχαίρι οι μνήμες οι παλιές,
σπαθάκια στο μυαλό τους.
Σπαθάκια κρέμονται κι αυτές
'μπρός στο παράθυρό τους.

Θα λειώσουν.Θα ποτίσουνε
τις στράτες που διαβήκαν.
Ψυχούλες ήταν κι έζησαν
ψυχούλες κι εχαθήκαν'.

χ'λιαράς-25/8/2010-λεύτερη Πίνδος

Όπου χειμώνας κι έλατα ( Αντώνης Μπενέκος :Τ' άστρου ο αγωγιάτης)

 


.(..Τούτος ο βουνίσιος Χουλιαριώτικος τόπος, μες στην τόση του ομορφιά, μαζί με τους τραγουδιστάδες, τους ήρωες και τους
αξεπέραστους μαστόρους-λαϊκούς τεχνίτες, έβγαλε
και λογοτέχνες, σαν τον Αντώνη Μπενέκο που κόπιασε
 για τη μόρφωση των ελληνόπουλων, τόσο σαν λογοτέχνης , όσο και σαν παιδαγωγός.Ακούραστα, ακόπαστα κι ανιδιοτελώς.)
Τ' ΑΣΤΡΟΥ Ο ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ

Όπου χειμώνας κι έλατα,
σαν βράχο μες στο χιόνι
και τον Μπενέκο,δίπλα τους,
βλέπω τον κυρ-Αντώνη.

Το δάσκαλο, τον άνθρωπο,
τ' άστρου τον αγωγιάτη*,
που γύρναγε απ' τους ουρανούς
με μια αγκαλιά γιομάτη

χρώματα, λάμψεις, σύννεφα,
-πλουμίδια ένα κι ένα-
για να τα φκιάσει το πρωί,
η τίμια του η πένα

γράμματα και σπουδάματα,
γράμματα-φεγγαράκια
να ταξιδέψουνε στο Φως,
δάσκαλοι και παιδάκια.

Τίμια πένα παναπεί
να γράφτεις με το αίμα
και να λαλείς σαν το τρελό
τ' αηδόνι μες στο ρέμα,

για την αυγή, το μέρμηγκα,
τ' άστρο και τον τσοπάνη
και για τον πετροκότσυφα
στου κυνηγού την κάννη.

Τίμια πένα παναπεί,
άμα τη χερακώνεις
να γράφτεις όπως έγραφτε
και γράφτει ο κυρ-Αντώνης.
............................................
Όπου Τζουμέρκα κι έλατα,
σαν ήλιο μες στο χιόνι
και τον Μπενέκο,δίπλα τους,
βλέπω τον κυρ-Αντώνη.

Το δάσκαλο το Χουλιαρά,
τον κομψολογογράφτη,
που 'χει την πένα τίμια
και παιδικό το μάτι.

Τίμια πένα παναπεί
να γράφτεις με το αίμα
και να λαλείς σαν το τρελό
τ' αηδόνι μες στο ρέμα,

για την αυγή, το μέρμηγκα,
τ' άστρο και τον τσοπάνη
και για τον πετροκότσυφα
στου κυνηγού την κάννη.

Τίμια πένα παναπεί,
άμα τη χερακώνεις
να γράφτεις όπως έγραφτε
και γράφτει ο κυρ-Αντώνης.

χ'λιαράς-7/9/2010-λεύτερη Πίνδος

(Ο τίτλος "Τ' άστρου ο αγωγιάτης", από το διήγημα "Οι αγωγιάτες" του χωριανού μας δάσκαλου,λογοτέχνη και παιδαγωγού Αντώνη Μπενέκου που διδασκόταν