Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

ΤΟ ΞΟΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΒΑΣΙΛΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ,ΣΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ

 


 
ΤΟ ΞΟΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΒΑΣΙΛΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ,ΣΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ
Ο μπαρμπα-Βασίλης ο Γεωργούλης+ (1940-1 Γενάρη 2025),ήταν γείτονάς μου στο χωριό στους Χουλιαράδες,στον κάτω μαχαλά της Πλακανίδας.
Χτίστης σπουδαίος που ..έχτισε τη μισή Ήπειρο (σπίτια,γιοφύρια,εκκλησιές, καμπαναριά, βρύσες),άνθρωπος σπάνιος: απ' εκείνους τους παλαιάς κοπής ανθρώπους που βάραιναν όμορφα κάποτε τον ντουνιά, που σήμερα πια αλάφρυνε ,χωρίς πλέον ανθρώπους σαν τον μπαρμπα-Βασίλη,να μπορείς να σταθείς για λίγο δίπλα τους,και να νιώσεις το βαθύτερο νόημα της ζωής και τη γλύκα των πραγμάτων που 'ναι στέρεα,αληθινά και μεγαλειώδη στην απλότητά τους. .
.........................................................................
Σαν άρχισα να γράφω το ακόλουθο κείμενο και τους στίχους,ήταν νύχτα Πέμπτης, 2 Γενάρη του 2025, η ώρα ήταν 10 το βράδυ, πριν 3 ώρες είχ' ανέβει στο χωριό, κι είχα πληροφορηθεί απ' τον καφετζή για το ξόδι πριν λίγο του μπαρμπα-Βασίλη, κι έτσι, "πεισμωμένος" που δεν έμαθα εγκαίρως για το χαμό του,ώστε να κανονίσω να 'μαι παρών σαν θ' άνοιγε μαύρα πανιά στ' αρμένισμά του το στερνό εκεί στο κοιμητήρι της Αγια-Παρασκευής στους Χουλιαράδες, "πεισμωμένος" λοιπόν, έκατσα στα μπάσια του σπιτιού , μ' ένα μπλοκάκι κι ένα σωμένο κιτρινόμαυρο μολυβάκι Στάντλερ,15 κι ούτε μέτρα αντίκρυ απ' το σπίτι του εκεί στο χωριό, ν' αναπαραστήσω το ξόδι του μπροστά μου, γράφοντας τους αρμόζοντες στίχους,κι έτσι να "δω" και να "ζήσω" εκείνες τις στιγμές, και να νιώσω μια ελάχιστη παρηγόρια,ότι ναι ήμουν κι εγώ παρών την ώρα που κατέβαινε στην αγκαλιά της Χουλιαριώτικης γης να σμίξει τη μανούλα του κι όλους τους χωριανούς του που 'γιναν μνήμη κι αιώνιο άστραμμα πάνω απ' το χωριό μας.
Πριν αρχίσω να γράφω, έβαλα στο youtube να παίζει συνεχόμενα το "Κράτησα Τη Ζωή Μου" του Μίκη και του Σεφέρη,και μάλιστα μια απ' τις πολλές ..εκδοχές αυτού του βίντεο-τραγουδιού, με πλάνα βουνίσια,για να ..βοηθήσει αυτό, να "δω" καθαρότερα τη σκηνή που ήθελα,με τα " φύλλα της οξιάς" του Σεφέρη, διά στόματος Μπιθικώτση,να πέφτουν πάνω απ' το κιβούρι του μπαρμπα-Βασίλη,καθώς η κάσα κατέβαινε 2 μέτρα βαθιά στη γη....
Ο Μπιθικώτσης, τραγούδαγε :
Έβλεπα τώρα καθαρά μπροστά μου τη σκηνή της ταφής, ή σωστότερα ήμουν εκεί ,δίπλα στο κιβούρι του μπαρμπα-Βασίλη.
Έβλεπα τον μπαρμπα-Βασίλη,λίγο πριν τον παραχώσουν,να ρίχνει -πίσω απ' τα σφραγιστά του νεκρίσια ματόφυλλα- το γιομάτο συμπόνοια βλέμμα του,ολόγυρα,για να χαρεί ,στερνή φορά, τους Χουλιαράδες του,την Τσιούκα αντικρυ, τον Άραχθο χαμηλά κάτω που βόγκαγε σαν πληγωμένο θεριό.
Και καθώς έβλεπα , έγραφα,αναμερίζοντας με το χέρι μου, τα " φύλλα της οξιάς" που 'πεφταν εκεί όπου το μολυβάκι μου διάβαινε κι αυλάκωνε το διψασμένο για στίχους μπλοκάκι μου....Κι έγραφα...Κι οι ρίμες,σταυρωτές, σαν τους σταυρούς στο εκροταφεό της Αγια-Παρασκευής....
Έχτισες τη μισή,και βάλε,Ήπειρο,
ακάματε μαστρομπαρμπα-Βασίλη !
Μα τώρα, ομπρός στ' ορθάνοιχτο τ' αχείλι
του κιβουριού σου,έριχνες το ύστερο 
 
το βλέμμα σου γύρω στην Πλάση : ογρό
κι όλο συμπόνοια για τον κόσμο βλέμμα,
ογρό σαν το νερό κι ωσάν το αίμα
στου πληγωμένου λύκου τον ντορό! 
 
Κι εκοίταες ν' απολάψεις, να χαρείς
στερνή φορά την άσωστη ομορφιά
του κόσμου,πριν χωθείς στη γης βαθιά,
να γείρεις,κι ήσυχα ν' αναπαυτείς! 
 
(Κι όσοι, μπαρμπα-Βασίλη, αναρωτιούνται,
οι ανθρώποι αν βλέπουν, πεθαμένοι οπού 'ναι, 
 
βλέπουν και παραβλέπουν οι νεκροί,
άμα το θέλουν,κι άμα υπάρχει λόγος!)
Κι εκοίταες,και κλαρί όμοιαζε ο λόγκος
στα Λάπατα στην πιο ψηλή κορφή! 
 
Κι απέ,την Τσιούκα εκοίταξες ζερβά,
όπου σ' επήγαινε παιδάκι η μάνα,
να ξεπληρώσει ένα παλιό της τάμα,
γιορτάσι κάθε που 'χε η Παναγιά! 
 
Α! πώς εβόγκαε κάτω σαν θεριό
ο άνεμος στ' αχείλι του Αράχθου,
με το βαρύ το μύρο τ' ασπαλάθου,
και τη δροσιά στης νύχτας το φτερό 
 
που αργοφτεράκιζε πέρα απ' τη δύση,
την Πλάση στο σκοτάδι να τυλίξει ! 
 
Κι εκοίταες γύρω, ώσπου, τ' αναριπίσματα
της μνήμης σου και της μεστής ζωής σου,
ο Γρέγος τα 'καμε ανεμοσκορπίσματα!
Κι οι ζωντανοί που εστέκανε αντικρύ σου, 
 
τα χέρια τους τα κρύα σαν χουχουτίσανε,
να ζεσταθούν στου δειλινού το κρύο,
με μαύρο δάκρυο στερνοχαιρετήσανε
το μπάρμπα το Βασίλη, το "θηρίο" 
 
που 'χτισε δεκαεφτά καμπαναριά ,
δέκα -μπορεί και δώδεκα- εκκλησιές
και σπίτια καμιά πεντακοσαριά
απάγκια για βουνίσιες φαμελιές! 
 
Κι απέ, τεντώθηκε η τριχιά στην κάσα,
κι αργά-αργά σε κατεβάσαν' κάτω,
στον νιόσκαφτο τον τρίσβαθό σου λάκκο!
Κι απάνω, χώμα !Κι άλλο χώμα! Ανάσα 
 
πια δεν γρικούσες στο νεκροταφείο!
Μονάχα ο νεκροθάφτης κι ο βοριάς
στ' ορθό το γιακαδάκι της νυχτιάς,
μέτραγαν σκότος,θάνατο και κρύο, 
 
ώσπου κι αυτοί οι δυο, φύγαν',χαθήκαν',
και με τους ζωντανούς ανταμωθήκαν' !
...............................................................
Και τότε, λόγο(ν) άκουσες πνιχτό !
Ήταν η μάνα σου ! "-Κρυώνεις,γιε μου; "
είπε !Και πανωφόρι αναριχτό,
σου ρίξαν' μ' ένα φύσημα του ανέμου, 
 
οι οξιές,τα φύλλα τους,ψηλά στο μνήμα,
να ζεσταθείς ο έρμος,κάνα τρίμμα! 
 
Κι έτσι,μ' αυτόν της μάνας σου τον ψίθυρο
στης Τραμουντάνας το σκασμένο αχείλι,
διάβηκες σαν καπνός, μπαρμπα-Βασίλη
που 'χτισες τη μισή,και βάλε,Ήπειρο ! 
 
Άγγελος Σωτ. Παπαγεωργίου -2 Γενάρη του 2025-Χουλιαράδες/Πλακανίδα,λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

Ο Ζάμπος,ο άγγελος της Σιλωάμ των βουνών

 


Ο Ζάμπος,ο καφετζής του χωριού, λουσμένος στων βουνών το λαμπρό φως που φέγγει στο καταχείμωνο σαν να 'ναι Πασχαλιά....Ισόβιος φύλακας εκεί ψηλά, στη φωτογραφία με τον κλασσικό μαύρο μπερέ του,στεκεται 'μπρός στο πηγάδι της πλατείας,σαν άγγελος της Σιλωάμ που καρτερεί τους αστούς ν' ανέβουν ως εκεί να γιατρευτούν...Ο άγγελος της Σιλωάμ ανάδευε τα νερά της κολυμπήθρας για να μπουν οι τυφλοί κι οι παράλυτοι να γιάνουν.....ΟΚώστας που βαστάει θαρρείς του κόσμου τα κλειδιά,ανοίγει το λουκέτο του πηγαδιού της πλατειας εκεί ψηλά στα 1054 μέτρα,κατεβαίνει κι αναδεύει τα νερά του ζωογόνου φρέατος,για να μπουν να γιάνουν όσοι δίχως πυξίδα κι όραμα φτάνουν ως εκεί...

Τόσο πολύ που 'χει το φως
στον τόπο λιγοστέψει,
τόσο που ακόμα κι ο Θεος
να ειπεί δε βρίσκει λέξη

για τ' άδικο και το στραβό
και του Ρωμιού τον ξεπεσμό,

βγαίνει το γιόμα στο χωριό
ο καφετζής ο Ζάμπος
για να λουστεί τ' ανέσπερο
κι αιώνιο μέγα θάμπος

που 'ρχεται αντίκρυ απ' τα βουνά
σαν πέτρινη κεροδοσιά.

Κι έτσι που ως να 'ναι Πασχαλιά
Χριστούγεννα και Φώτα,
αστράφτει τούτη η ερημιά
σαν κάποτε σαν πρώτα

που πρώτος ήταν κι όλος Φως
στην Πλάση ολάκερη ο Ρωμιός,

στέκεται ο καφετζης ορθός
'μπρός στο παλιό πηγάδι
σαν άγγελος της Σιλωάμ
απ' το πρωί ως το βράδυ,

καπνίζει ένα παλιό Pallas
για τον καρκίνο της ερμιάς,

και περιμένει τους αστούς
τους δίχως Φως και Πάθος,
για ν' αναδέψει τα νερά
στου φρέατος το βάθος,

ίσκιοι μια σπιθαμή να μπουν,
λιόντες τετράψηλοι να βγουν.
....................................................
Ήρθαν γιατρεύτηκαν πολλοί,
απ' τη Βαγδάτη ως τη Χιλή:

Ήρθε ο Ivan,ο Ιωακείμ,
ο John, ο Abdul,ο Pablo!
Ετούτο εδώ το Χερουβείμ
με τον μπερέ το μαύρο

και την ξαστέρωτη ματιά,
βαστάει του κόσμου τα κλειδιά!
ά. - 8 Δεκέμβρη του 2022-Χουλιαρά
δες

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

Ο Γιώργο-Κούτλας,ο Αη-Γιώργης των Χουλιαράδων

 

 

  ...στο χωριό,εχουμε Αη-Λια,Αη-Δημητρη,Αη-Νικόλα ,Αγια-Τριάδα κι Αγια-Παρασκευη...εντούτοις,σ' όλη μου τη ζωή,μακριά απ' τις εκκλησιές έψαχνα τους αληθινούς Αγίους....συνήθως τους έβρισκα σε κάτι απόμερα σπίτια σε βουνίσια πάντα χωριά, ολομόναχους να μετράν' τους χειμώνες, τ' άστρα και τα κοτσύφια,σαν να μετράν' τ' αρνάκια τους στ' απέραντα τσελιγκάτα της ερημιάς τους......εδώ στη φωτογραφία ,ο αθώος σαν παιδί κι αμνός,Γιώργο-Κούτλας:ο Άγιος της κάτω ρούγας του χωριού...της ρούγας σιμά στον γκρεμό που χάσκει πάνω απ' τον Άραχθο....γκρεμός κι ο Γιώργο-Κούτλας στης μοναξιάς τα ολάνθιστα χαράκια ....χειμώνα-καλοκαιρι εδώ,ζει μονάχος του ,μαζί με καμιά δεκαριά νοματαίους ακόμα,σκόρπιοι,Άγιοι κι αυτοί που θα τους ιστορήσω έναν-έναν με τη σειρά τους...
...Απ' τους Αγίους των Χουλιαράδων,
σέβομαι πιότερο έναν άλλο
Άγιο, χωρίς σταυρό στο χέρι
και φωτοστέφανο μεγάλο:

το Γιώργο-Κούτλα που ως τα εξήντα
εδούλευε στα λεωφορεία
εισπράκτορας:Κρύα-Λογκάδες
Καστρίτσα-Κατσικά-πλατεία.

Και τώρα ,Άγιος κι ερημίτης
κάτω απ' το σπίτι της Μαρίκας,
ισόβιος θάλλων μυροβλήτης,
των βράχων και του γραίγου ακρίτας,

στ' απέραντο το τσελιγκάτο
της ερημίας του,μετράει
άστρα κοτσύφια και χειμώνες:
τους γνέφει,τους χαμογελάει,

την παιδική αθωότητά του
γλυκό ψωμάκι τούς ταϊζει!
Κι από χαρά,ψηλά το Σύμπαν
τρέμει συθέμελα και τρίζει,

που στους καιρούς τους λωβιασμένους,
κάτω στους γήινους τους τόπους,
υπάρχει ένας στερνός ακόμα
Άνθρωπος μέσα στους ανθρώπους!
.....................................
Στείλε Θεέ μου, εφτά αγγέλους
και φύλαγε τον Γιώργο-Κούτλα,
φύλαξ' της ερημιάς τον Άγιο
με την καλοσυνάτη κούτρα,

να 'ναι καλά ν' ανηφορίζει
για τσίπουρο στο καφενείο,
και να ιστορούνε στους αιώνες
τ' αηδόνια τον σεμνό του βίο :

"-Εδώ ψηλά στους Χουλιαράδες
έζησεν ο Αη-Γιώργης Κούτλας
παρέα με τους κοτσυφάδες
και τους γκρεμούς της κάτω ρούγας,

γκρεμός κι αυτός σαν τον μεγάλο
γκρεμό που γεφυρώνει ο Άθως,
γκρεμός σαν το στερνό ανηφόρι
που διάβηκε ο Χριστός μονάχος!"
ά. -1 Δεκέμβρη του 2022- Χουλιαράδες



 https://www.youtube.com/watch?v=6XWSs5vbedM

 

 

 

 

 

Ο Κωστα-Τζίρης






....ο Κωστα-Τζίρης....χωριανός μου και συγγενής ο μπαρμπα-Κώστας.....76άρης πλέον, σπαθάτος λεβεντόγερος που βόσκει το κοπάδι με τα γίδια του πάντα στην τοποθεσία "Τζίρη" ,(απ' όπου και το Κώστα-Τζίρης) ,λίγο έξω απ' το χωριό μας τους Χουλιαράδες, ψηλά στα 1100 μετρα......πάντα εκεί, όταν τρέχω τον συναντάω, τον χαίρομαι έτσι μοναχό του μα δυνατό, δίπλα στο κοπάδι του, ορθό κι αγέρωχο, και τον χαιρετάω από μακριά με τη φραση "-Αίμα!", (με το "α" μακρόσυρτο:"-Αίμααααααα!"), λόγω συγγένειας και κοινού βεβαια αίματος.....όπου λοιπόν, πριν λίγες μερες, εκεί που ετρεχα τον ειδα εμπρός μου,αλαφιασμένο και με σβελταδα και βιάση εφήβου να ψάχνει μες στο σύθαμπο -είχε ήδη πέσει η νύχτα- να βρει δυο γίδια που 'χαν ξεκόψει απ' το κοπάδι κι ειχαν χαθεί μες στο λόγκο.....μου φάνηκε, μες στη στενοχώρια που τον έλουζε απ' την κορφή ως τα νύχια, σαν Άγιος του βουνού και του λόγκου, που αγωνιούσε για τη τύχη όχι δυο τετράποδων, αλλά δυο ψυχών που τις λογάριαζε σαν ανθρώπινες κι ακόμα παραπάνω : σαν παιδιά του...... απόμεινα εκεί κάμποσην ώρα, να τον ακούω που καλούσε με δυνατές φωνές τα δυο ξεστρατισμένα ζωντανά, και θαρρώ πως με τόση συντριβή που πλανιόταν μες στο σκοτάδι, ανάμεσα σε κοφτερά λιθάρια, πουρνάρια κι ασπαλάθια, στα τυφλά σχεδόν πατώντας, δεν μπορεί παρά να 'σκυψε πάνω του να τον βοηθήσει η Πλάση ολάκερη με τα βουνά της Πίνδου που θα επιστράτευσαν ως και τους Αη-Λιάδες των ξωκλησιών τους να βγουν και να ψάξουν τα δυο τα ζωντανά του Κωστα-Τζίρη.....  

Ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης  
-σαν σμίγαμε, "-Αίμα!" πάντα τον καλούσα  
έτσι που ωσάν πατέρα τον τιμούσα-  
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης,  

πως το βραδάκι εκείνο του Αλωνάρη,  
που απ' το κοπάδι του είχανε ξεκόψει  
δυο γίδια, και μ' ωχρήν ο Κώστας όψη  
τα εγύρευε κάτω απ' τ' αχνό φεγγάρι,  

ώρες πολλές μέχρι τον πρώτο όρθρο,  
πατώντας στα τυφλά,θάμνους, λιθάρια,  
κέδρα, ασπαλάθια κι όχτους και πουρνάρια,  
κι εφώναζε κι εχάλαγε τον τόπο,  

 κι έπεφτε όπως σκουντούφλαγε, και πάλι  
σηκώνονταν κι έκραζε απελπισμένα  
τα ζωντανά που 'ταν ξεστρατισμένα,  
ολόγυρα γυρνώντας το κεφάλι  

να φτάνει ως κάθε διάσελο και ράχη  
η λαγαρή η στεντόρεια φωνή του,  
κι ας ραγισμένη η ευγενική ψυχή του  
τρεμόπαιζεν εντός του ωσάν το στάχυ  

στο φύσημα του δυνατού του αγέρα,  
πως πάνω , ω! πάνωθε απ' τον Κωστα-Τζίρη,  
σκυμμένα μες στο σύθαμπο είχαν γείρει  
της Πίνδου τα βουνά, απ' το Γράμμο πέρα  

ως κάτω απ' το Αιγαίο τον Ψηλορείτη,  
με μιαν στα βράχια τους χυμένη θλίψη,  
που 'χεν η γης -θαρρείς- άξαφνα ανοίξει,  
κι ωσάν τον κλέφτη ωσάν τον λωποδύτη  

τα ζωντανά του Κώστα είχεν αρπάξει,  
κι εφέγγανε με τ' άσπρα τους λιθάρια,  
εκεί που 'σερνε ο Κώστας τα ποδάρια,  
να δει καλά τον τόπο και να ψάξει,  

κι έτσι που η Πλάση, για δικιά του χάρη  
-ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης  
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης-  
με λύχνο το φεγγάρι του Αλωνάρη,  

απ' τα κλειστά ξωκλήσια, τους Αη-Λιάδες  
ευγενικά στη νύχτα είχε καλέσει  
να κατεβεί ο καθείς τους να γυρέψει  
τα ερίφια στους γκρεμούς και στις κορφάδες,  

το Σύμπαν την ανάσα του εβαστούσε,  
κι ω! μάρτυς μου ο προστάτης των αιπόλων  
που 'ναι κι ο χτίστης κι ο προστάτης όλων, 
 εκεί που ολονυχτίς βαριοπατούσε  

ο ταπεινός βοσκός ο Τζουμερκιώτης,  
κυκλάμινα και ρόδα αράδα ανθίσαν'  
κι αηδόνια απάνωθέ τους φτερουγίσαν'  
στο φέξιμο της χαραυγής της πρώτης,  

κι εψήλωσαν, κι έφτασαν τα Τζουμέρκα  
-ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης  
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης-  
απ' το στερέωμα τ' ουρανού δυό μέτρα!  
ά. - λεύτερη Πίνδος - 12 Αλωνάρη του 2016

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

Κλειστά σπίτια στο χωριό...


 https://www.youtube.com/watch?v=BzY4lFe5ESw 
...Χουλιαραδες...σπίτια κλειστά...οι νοικοκυραίοι φευγάτοι: άλλος στα Γιάννενα, άλλος στο London (ναι! ειναι και κοσμος φευγατος χρονια στο εξωτερικό), άλλος ψηλά στον ουρανό....περιμενουν να 'ρθει κάνα Πάσχα, να γιομίσουν....
Κλειστά σπίτια στο χωριό, 
άλλος Γιάννενα, άλλος London, 
άλλος απ' τον ουρανό 
ντουφεκάει πουλιά στο λόγκο

κι όπου φτάσει η ντουφεκιά 
κι όπου πέσουνε τα σκάγια 
πάει οπού 'τρεχε παιδί 
στις δροσούλες και στα πλάγια 

παίζει, χαίρεται, γελάει, 
στο Θεό ματαγυρνάει... 
.......................................... 
Σπίτια του χωριού κλειστά 
μαραζιάρικα κουτάβια 
αλυχτάνε τα βουνά, 
κι η σιωπή κυρά και βάγια 

κολατσίζει ολονυχτίς 
στο κατώι στη μαύρη κόχη 
τον καημό της έρμης γης 
και το κρύο  ανεμοβρόχι.... 

Σαν γιομίζουν, κάνα Πάσχα, 
κάνουν πως γελάνε τάχα.... 
ά. -Χουλιαράδες- 13 Σεπτέμβρη του 2018 

Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Στην πλατεία στους Χουλιαράδες, η γουρούνα



...ντάλα μεσημερι Κυριακής τ' Αλωνάρη, η γουρούνα διαβαίνει στη δημοσιά του χωριού στα 1100 μετρα ψηλά, ετοιμη ν' απογειωθεί ,θαρρείς,για τ' απέναντι Τζουμερκιώτικα αγριοβούνια...η γουρούνα μαρσάρει, ο δρόμος γιομίζει μυρουδιά μπεντζίνας, που σμίγει με τη μυρουδιά απ' το ρακί που αναδύεται απ' τα 2 παρακείμενα μαγαζιά της πλατείας,ο θόρυβος του μαρσαρίσματος ξυπνάει τους αποθαμένους στο  κοιμητήριο της Αγια-Παρασκευής ακριβώς αποπάνω, οι αποθαμένοι πάνε για μια κολτσίνα στο μαγαζί του Δήμου...η Κυριακή λιγοθυμάει απ' την ανάκατη μυρουδιά μπεντζίνας και τσίπουρου...ή μεσημβρινή ραστώνη ψηλά στα 1100 μέτρα....
Μεσημεράκι τρεις παρά
μες του χωριού τη δημοσιά
διαβαίνει -ω!να!- η γουρούνα
να ζώσει ποταμούς βουνά
Άραχθο Αώο Τσαμαντά
Τζουμέρκα και Μελούνα. 

Ψηλά στη γέρικη σκαμνιά 
κάμπιες τζιτζίκια και πουλιά  
και μέρμηγκες μιλιούνια 
 κουνούν μαντήλι στο κλαδί
και τραγουδούν "ώρα καλή",
κι αγνάντι τ' αγριοβούνια 

διάπλατη ανοίγουν αγκαλιά 
καμπάνες κρούουν και κυπριά 
και κοπαδιών κουδούνια. 
Μεσημεράκι τρεις παρά 
μες του χωριού τη δημοσιά 
διαβαίνει η γουρούνα.  
 .......................................
 Λιγοθυμάει η Κυριακή,
μπεντζίνα, ασπάλαθοι, ρακί 
στο μαγαζί κλαρίνα, 
κι απ' την Αγια-Παρασκευή  
οι αποθαμένοι πάν' γραμμή 
στο Δήμο για κολτσίνα.

ά.- 30 Αλωνάρη του 2017

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Κράτα, καλή μου !




...μνήμες Πασχαλιάτικες του '70...η μάνα,σαν έμπαινε Μεγάλη Τετάρτη,αρχίναγε μέγα αγώνα με τη ραπτομηχανή της τη Singer,να μεταποιήσει/μπαλώσει τα παλιά,να κάνει η φαμίλια Ανάσταση στην Αγια-Μαρίνα στα Γιάννενα,με καλά ρούχα...στο χωριό παλιότερα,πριν κατεβουμε στα Γιάννενα,δεν μας βάραιναν τετοια... ...Σαν φύγαμε, θυμάμαι, απ' το χωριό,  η μάνα απ' τη Μεγάλη την Τετάρτη  στα Γιάννενα, βαριάν είχε -θαρρώ-  μιαν έγνοια:την Ανάσταση που θά 'ρτει,  πώς νά 'ναι όλη η φαμίλια με καλά  ρούχα, ντυμένη στην Αγια-Μαρίνα!  Κι εμπάλωνε όλη μέρα τα παλιά  και τά 'φκιανε ολοκαίνουργα και φίνα,  τέτοια μοδίστρα που ήταν διαλεχτή!  Κι ακόμα, μάρτυράς μου ας είν' ο αγέρας  γύρω απ' το Λαμπριάτικο κερί, πως το "Χριστός Ανέστη" ο πατέρας   σαν έλεγε, το πρώτο το φιλί   το 'δινε ψιθυρίζοντας στη μάνα  "-Κράτα καλή μου!" Κι όλοι οι ψαλμοί,  κάτω απ' την αναστάσιμη καμπάνα  "Κράτα καλή μου" ηχούσανε κι αυτοί,   "Κράτα καλή μου" κι ο Ουράνιος Χτίστης,  "Κράτα καλή μου" κι οι Αρχαγγελικοί  ραφτάδες μες στη ραπτομηχανή της... ά. - λεύτερη Πίνδος

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Το φεγγάρι στα Τζουμέρκα

 



‎(Το φεγγάρι.Τα χιονισμένα Τζουμέρκα.
Ποιο είναι ομορφότερο ?Λαμπρότερο?...)

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ
Στο διάφανο ψηλά του αιθέρα δίχτυ,
ρούσο παλληκαράκι το φεγγάρι
μού ομίλει "-Τη δικιά μου ορίζω τύχη !...
Αχ να την όριζες κι εσύ, μακάρι..

Να μη γερνάς, να θάλλεις και να ζεις
σαν τα βουνά τ' αθάνατα της Γης ! "

Μα φύσηξε απ' του Σύμπαντος τα βάθη
βοριάς και νέφη εγιόμισε ο αιθέρας
και τ' άτυχο το φεγγαράκι εχάθη,
σαν όνειρο της παγερής εσπέρας.

Κι απόμειναν τα κρουσταλλένια χιόνια,
τις λαμπηδόνες τ' ουρανού ν' αρμέγουν,
να στεφανώνουν τα βουνά τα αιώνια
κι απ' το φεγγάρι πιότερο να φέγγουν...

Να φέγγουνε κι εμένα εκεί που θα 'μαι
στα κυπαρίσσια αγνάντια απ' τα Τζουμέρκα,
στον πατερούλη δίπλα να κοιμάμαι,
με τις βουβές του ορμήνιες για κουβέρτα.

ά. - λεύτερη Πίνδος

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

To στοιχειό του Αράχθου

To στοιχειό του Αράχθου
Βαθιά στη θεοσκότεινη τ' Αράχθου τη χαράδρα,
σαν στάξουν μάλαμα οι θολές ματιές των αστεριών,
βγαίνει τη νύχτα ένα στοιχειό,που 'χει τα μάτια μαύρα
και τρώει απ' το γλυκόπικρο το μέλι των γκρεμών.

Kέδρους έχει στα σπλάχνα του και ραγισμένα βράχια,
φωτιές στις κρύες φλέβες του και λόγκους στα μαλλιά
και στο κορμί του τ' άσαρκο, σπηλιές και καταράχια
και χιόνια κι ανεμόβροχα κι αγρίμια και πουλιά.

Διαβαίνει πάνω απ' τα παλιά τα πέτρινα γιοφύρια,
μ' έναν θρασκιά Αρβανίτη πλάι στ' αυτί του το ζερβί.
Του δεκαπεντασύλλαβου περνάει τα παραθύρια
και βγαίνει απόξω απ' το παλιό του Φλόκα μαγαζί.

Εκεί είν' ο Γκάτσος,ο Χατζής,ο Βάρναλης κι ο Ρώτας,
ο Εμπειρίκος με τον Κουν κι ο Σικελιανός,
η Φλαίρη,ο Μάνος με τον Μποστ,ο Μίκης κι ο Σκαλκώτας,
ο Ρίτσος,ο Εγγονόπουλος κι ο Πάνου ο "τρελός".

Τους παίρνει όλους στις πλάτες του και δρασκελάει και πάνε
Κρήτη και Δωδεκάνησα,Ρούμελη και Μοριά
κι ας είναι καταχείμωνο,ανθίζουν κι ευωδάνε
όπου διαβαίνουν,θάλασσες και πόλεις και βουνά.

Κοιτούν παιδιά και δάσκαλοι,απόξω απ' το σχολειό τους,
γιάπηδες στα γραφεία τους κι εργάτες στα γιαπιά,
παπάδες που βουρλίζονται και κάνουν το σταυρό τους,
τρελοί,ισοβίτες και νεκροί στο μνήμα τους βαθιά.

Τι θάματα,τι ζωγραφιές-βαρκούλες στον αγέρα,
τι αρμονίες μυστικές του Απείρου,μαγικές !
Κι αυτοί τρελοί αρμενιστές,στης Πίνδου τη γαλέρα,
σκορπάν' στο Σύμπαν χρώματα,πουλιά και μουσικές.

Ψηλά στις πλάτες του στοιχειού,ορθοί μες στον αιώνα,
κοιτάνε ό,τι απόμεινε απ' τον παλιό καιρό:
μια του Θεόφιλου παλιά,ξεθωριασμένη εικόνα
κι ένα του Μάρκου απτάλικο,ρεμπέτικο παλιό.

Κι έπειτα,τούς τραβά ψηλά,στ' Αράχθου το φαράγγι,
κούρνιο ζητώντας στον γκρεμό,τ' ακοίμητο στοιχειό,
μακριά από τούτου του καιρού,τ' αχόρταγο σφαλάγγι,
στην Άγια Πέτρα για να βρει μανούλα και θεό.

Κι εκεί στα κρύα τα κράκουρα,γέρνουν να κοιμηθούνε,
στο χιόνι,στον ασπάλαθο και στ' Άστρου Τη Σιγή . . .
. . . Στην πέτρα και στον άνεμο,θα ξαναγεννηθούνε,
σαν κάποτε,Απολλώνιοι κι ακόμα πιο λαμπροί.

Και πάλι εικόνισμα ψηλά,θα υψώσουν την πατρίδα,
θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση ξανά.
Τη Γλώσσα,την Τιμή,το Φως,το Χρέος και την ελπίδα,
κερί στα σπλάχνα του Έλληνα,θ' ανάψουν σαν παλιά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Βαθιά στη θεοσκότεινη τ' Αράχθου τη χαράδρα,
σαν στάξουν μάλαμα οι θολές ματιές των αστεριών,
βγαίνει τη νύχτα ένα στοιχειό,που 'χει τα μάτια μαύρα
και τρώει απ' το γλυκόπικρο το μέλι των γκρεμών.

Τον άνεμο ακουρμαίνεται,τον Γαλαξία κοιτάζει,
τους δείχτες σαν σημάνουνε,να δει των αστεριών,
για να ξυπνήσει τους σαλούς,που πέτρωσαν στ' αγιάζι,
να βγουν σαν πρώτα,Οδηγητές ανθρώπων και καιρών.

ά. - λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Μην είν' ο Κώστας; Μην είν' ο Γιώργος ; Λιούλιε καημένε...





Ποιος είν' εκείνος που κατεβαίνει
ψηλά απ' τα κέδρα κι απ' το βουνό,
κι ανεί το μνήμα στη γης και μπαίνει
πώς μπαίνει ο ασίκης μες στο χορό;

Μην είν' ο Κώστας , μην είν' ο Γιώργος,
μην είν' ο Λιούλιος, μη κι ο Χριστός,
μη κι απ' το τέμπλο που εβγήκε ολόρθος
ο Ταξιάρχης ζωγραφιστός;

Ποιος είν' εκείνος που 'ναι εκεί πέρα
πίσω απ' την Άγια Παρασκευή ,
πού 'βαλε μαύρη την πέτρα βέρα
γαμπρός στον Άδη να κατεβεί;

Μην είν' ο Κώστας , μην είν' ο Γιώργος,
μην είν' ο Λιούλιος ο πιο μικρός
κι έχει το μάτι στ' άραχλο σκότος
ωσάν της Πίνδου τ' άγιο το φως;

ά. - λεύτερη Πίνδος - 2 Αυγούστου του 2016

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Γρηγόρης Κωσταντή Μασσαλάς, ο Ταπεινός Του Βουνού (1931-2015)

 Μασαλάς  Κ. Γρηγόρης


http://greekactor.blogspot.gr/2012/02/blog-post_7409.html 
http://84.205.237.165/index.php?q=el/node/618
....ξημερώνοντας , προψές,3 Αυγούστου, ωρα 3 τα ξημερώματα....στην πλατεία στο χωριό μου στους Χουλιαράδες....εγώ κι ο άνεμος μονάχα, που 'ρθε και μου ψιθύρισε με το θρόισμα των κλαριών, για το συγχωριανό και παλιό φίλο του πατέρα μου,Γρηγόρη Κωσταντή Μασσαλά, τον θεατράνθρωπο (ηθοποιό, σκηνοθέτη, δάσκαλο κ.λ)  που όσο ζούσε , τιμούσε τον πατέρα του τον Κωσταντή, γράφοντάς τον κι αναφέροντάς τον πάντα όποτε δήλωνε τα στοιχεία του,και βάζοντάς τον (Κωσταντής), σαν σφήνα ανάμεσα απ' τ' όνομά του (Γρηγόρης), κι απ' το επίθετό του (Μασσαλάς): Γρηγόρης Κωσταντή Μασσαλάς....!!!!!..........και που πάντα έκανε λόγο για το χωριό του/μας, τους Χουλιαράδες, ωσάν να ήταν  τίτλος τιμής (και σάμα δεν είναι;) αυτή η Χουλιαριώτικη-βουνίσια καταγωγή του......βέβαια, μονάχα αυτός ήξερε το βάρος την αξία και την αγιοσύνη των Ταπεινών Του Βουνού,των ανθρώπων που βάδισαν παλιότερα κι ως τη δεκαετία του '70,εκεί πάνω στ' άγρια βουνά, μες στην τυράγνια και στη φτώχεια, για να πάνε τη ζωή μπροστά, ολότελα άγνωστοι στους αστούς που γράφουν την Ιστορία ανθρώπων και γεγονότων...

 Προψές τη νύχτα που 'μουν σπούργος στο θρασκιά
 βράδυ τ' Αυγούστου τρεις η ώρα ξημερώματα
ολομονάχος σαν τον κούκο στα βουνά
που κοινωνάει στη σιγαλιά βουνίσια  αρώματα

και ψαλμουδιές  ανήκουστες συμπαντικές
κι ανάσες Άγιων που σαλοί και μόνοι εζήσανε
κι ας μες σε κόσμο, του χωριού οι αλυγαριές
σκύψαν' και θρόισαν και στ' αυτί μού ψιθυρίσανε

για τον αρτίστα το Γρηγόρη Μασσαλά
τον καλλιτέχνη που ωσάν μάνα του αγάπαγε
το θέατρο και σιγαλά και ταπεινά
σαν άγιο τόπο το σανίδι πάντα επάταγε,

για το Γρηγόρη Μασσαλά, το Χουλιαρά
που 'χε κορώνα του και φυλαχτό κι εικόνισμα
τον κύρη του ,γι' αυτό σαν σφήνα -ευλαβικά-
τ' όνομα "Κωσταντής", στο επίσημό του τ' όνομα

"Γρηγόρης Μασσαλάς" , έβανε μια ζωή,
μα και τη ρίζα του τον τόπο του ονομάτιζε
τους Χουλιαράδες των Τζουμερκων, παναπεί
σ' αυτά τα δυό τη ζήση του ο Γρηγόρης άθροιζε :

στον κύρη του και στο φτωχό του το χωριό!
Στη Τζουμερκιώτικη λοιπόν σαν αναπαύτηκε
τη γη , απ' τον ήλιο απ' τα κλαριά κι απ' το βουνό
ωσάν παλιοκαιρίσιος Χουλιαράς δοξάστηκε,

και  μήνες τώρα ο Άραχθος κάθε νυχτιά
στη βραδινή του κάτω απ' τ' άστρα την παράσταση,
στο συρματένιο το γιοφύρι στη Λυσιά
που 'χει η Αρμονία κι ο Έρωτας διαρκή επανάσταση,

"Τον Ταπεινό ,παίζει ως να φέξει, Του Βουνού"
το τελευταίο του Γρηγόρη το μονόπρακτο
για τα παιδιά ενός κατώτερου θεού
που 'χαν τον ίσκιο και το βήμα τους θεόρατο

κι ολότελα άγνωστοι βαδίσανε ψηλά
και τη ζωή μπροστά με δάκρυο κι αίμα επήγανε
εκεί στην πέτρα στην τυράγνια στα βουνά
μνήμη τ' ανέμου και τ' ασπάλαθου ώσπου γίνανε.
ά. - λεύτερη Πίνδος- 4 Αυγούστου του 2016











Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

ΚΩΣΤΑΣ ΣΟΝΤΗΣ-"ΑΝΤΑΡΤΗΣ" -Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ(21 Γενάρη1965- 6 Νοέμβρη 2015)


ΚΩΣΤΑΣ ΣΟΝΤΗΣ-"ΑΝΤΑΡΤΗΣ" -Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ(21 Γενάρη1965- 6 Νοέμβρη 2015) 

Και τώρα, Αντάρτη , ποιος θα βγαίνει ταχυδρόμος
της άνοιξης του σύγνεφου και των πουλιών,
στους Χουλιαράδες ; Kούφιους θ' αντηχάει ο δρόμος 
αλαλαγμούς των "γνωστικών" και "λογικών", 


κι εσύ στον Άραχθο τις νύχτες την καμπάνα
βαριά θα κρού'ς μπας και σ' ακούσει ο Θεός
να κατεβεί που του 'χεις έτοιμη τζιβάνα
να μαστουρώσει, τον ντουνιά να φκιάσει αλλιώς...
ά. - λεύτερη Πίνδος - 7 Νοέμβρη του 2015

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Γιαννιώτικη βροχή

 (photo:Θωμάς Σιώζος)

 Όπου, τρέχοντας χτες 6 Μάη,κατά τις 8, πριν το σούρουπο,δίπλα στη λίμνη των Γιαννίνων και προς την Καστρίτσα, μ' έπιασε άγρια βροχή.Χαλάζι κι αγέρας δυνατός.Βορειοδυτικός. Κι όταν λέμε "βροχή", εννοούμε να 'χουν ανοίξει οι ουρανοί...Οι Γιαννιώτες ξέρουν...Το διαπίστωσαν χτες και προχτές.. Σημείο!!!
Μούσκεμα ως το κόκαλο, το χειρότερο είναι να σταματήσεις να τρέχεις.Ειδικά με τέτοιον αγέρα.Παγώνεις.Πόσο μάλλον, όταν τρέχεις  ..ξεμπλέτσωτος, όπως το 'χω εγώ συνήθειο, χρόνια τώρα. 
Το καλύτερο μου μπορείς να κάνεις, είναι να συνεχίσεις να τρέχεις μ' αμείωτο ρυθμό. 
Ε, κάπως έτσι, γίνεσαι ένα με τη βροχή, αδερφός της και φίλος της.Και μ' όλα, τριγύρω.Ζωντανά κι άψυχα.Αδερφός και φίλος πάλι.Και με τα σύννεφα, πάνω.Αδερφός και φίλος.Κομμάτι κι εσύ αδιαίρετο της Πλάσης, σάρκινη χάντρα στο άφθαρτο κι αιώνιο κομπολόι του Σύμπαντος. 
...Και πας...Και πας...Ως που, μες σε τούτο το ασυνήθιστο σκηνικό -κι είν' αλήθεια πως σε πρωτόγνωρες καταστάσεις, βιώνεις πρωτόγνωρα συναισθήματα, αλλόκοτα κι όμορφα- έρχεσαι σ' έκσταση κι αρχινάς να βλέπεις και ν' ακούς πράματα.Ακούς στίχους ποιητών που αγαπάς.Γεύεσαι ψήγματα αθανασίας, έτσι που μ' όλη σου την αλκή τρέχοντας, σκίζεις  το μαύρο κι ογρό σκοτάδι και ξορκίζεις-νικάς του θανάτου το φόβο, τον ανίκητο ως τα τώρα...Στη βροχή πάντα...Στη Γιαννιώτικη βροχή που, τόσο συχνά που πέφτει, είναι ένα με τα Γιάννενα...Απ' όταν επλάστη ο κόσμος...Άγιο και κρύο μύρο, στις πλάτες της πάλαι ποτέ όμορφης μικρής μας πόλης...
 
 ΓΙΑΝΝΙΩΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ
Κι όπως το σούρουπο έτρεχα στις παραλίμνιες στράτες,
κι απάνω η ογρόστομη η βροχή η κοσμοαπολυμάντρα 
μού  'πεφτε αγίασμα στις γυμνές τις ξαναμμένες πλάτες, 
στο κομπόλόι του Σύμπαντος σάρκινη ένιωθα χάντρα, 
 
μια χάντρα εγώ, χίλιες της Γης τ' αθώα τα πεταλούδια, 
χίλιες του αιθέρα οι μυρουδιές, χίλιες τα γκρίζα νέφη, 
και χίλιες τα μυριόστομα λυπητερά τραγούδια 
που φτάναν' πέρα απ' το θολό, μαύρο της νύχτας ξέφτι, 
 
-τραγούδια για το θάνατο και τις παλιές αγάπες, 
του Καρυωτάκη, του Άσιμου, του Λαπαθιώτη, του Άγρα-
και θούρια για τους ταπεινούς, στις παραλίμνιες στράτες, 
ανάρια ως έψελνε η βροχή η κοσμοαπολυμάντρα,
 
ως πού  'φτανε η γλυκιά η ζωή, κι ως πού η θανή κι ο ζόφος
μήτε που μ' ένοιαζε, έτσι αργά που εγλύκαινε τριγύρω 
η Πλάση κι ο Ηπειρώτικος γενέθλιος ο τόπος, 
απ' της Γιαννιώτικης βροχής τ' άγιο το κρύο το μύρο...  
 
άγγελος-6 Μάη του 2014  
τρέχοντας στη βροχή...στη Γιαννιώτικη αιώνια βροχή...

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Η Ντίνα από τους Χουλιαράδες

Για όλα της πόλης τα καλούδια
διόλου δεν θα 'δινε παράδες
η Ντίνα, αδέρφια έχει τα ζούδια,
γίδια φυλάει στους Χουλιαράδες , 

κι αν κάμποσοι την περγελάνε,
να φάν’ στα Γιάννενα στη μάπα
μούχλα,μαζούτ κι αιθάλη, πάνε.
 Σαν θηλυκός Αη-Λιας στη στράτα,   

η Ντίνα με την καφετιά της
τη μάλλινη ψηλή κατσιούλα
διαβαίνει με τα ερίφιά της
αρχόντω αγνάντια απ' τη Στρογκούλα, 

κι όποτε πάει , κάνα Σαββάτο,
στο καφενείο με  τα καλά της
να  κατεβάσει άσπρο πάτο
την πενηντάχρονη ερημιά της, 

πίσω από τον καφετζή, κοιτούνε
τα ρακογυάλια αραδιασμένα,
και τρίζουν, κλαίνε και ριγούνε
πριχού σ' αντάμικο, ένα-ένα,

χορό πιαστούνε του Ζαλόγγου,
κομμάτια να γινούν χιλιάδες
μπρός στην πριγκήπισσα του λόγκου:
τη Ντίνα από τους Χουλιαράδες...

άγγελος-27 Απρίλη του 2014
Χουλιαράδες-λεύτερη Πίνδος

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Τσιφτρέλλο


Όταν θα πεθάνω, θέλω 
να με πάτε να καώ 
στο Τσιφτρέλλο, στο Τσιφτρέλλο 
καρβουνάκι να γινώ,

στάχτη απάνω στων αγγέλων 
τα κατάλευκα φτερά 
στο Τσιφτρέλλο, στο Τσιφτρέλλο 
και στ' Αράχθου τα νερά, 

μαύρο να  'χει η μέρα βέλο 
και πλερέζες τα βουνά 
στο Τσιφτρέλλο, στο Τσιφτρέλλο 
για μιαν ώρα μοναχά. 

Άγγελος 
24 Μάρτη του 2013