Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Για τον ωραίο κι ευγενικό το θάνατό μου



Για τον ωραίο κι ευγενικό το θάνατό μου,
θα 'χω οπωσδήποτε καμπόσους -λέω- μαρτύρους:
κάναν ασπάλακα και δυο τρεις σκαντζοχοίρους,
να βεβαιώσουνε το τέλος το δικό μου

και να γραφώ σαν τ' άλλα δίποδα ζουλάπια
στου Γιαραμπή και στων ανθρώπων τα κιτάπια.

Γιατί όπως ζούσα, ωσάν ίσκιος κι ωσάν αύρα
και κάθε ημέρα όπως επέθαινα και ώρα,
με της νυχτός για να ξανάρθω την αιώρα
μ' ένα κρασί, στα μαύρα -κι όλα γύρω μαύρα-

μ' είχε ο Θεός μια μαύρη λάμψη στο ηλιογέρμα
κι οι ανθρώποι όλοι ένα τρελό μυστήριο πνέμα.

Έτσι λοιπόν, στερνά σαν γείρω ν' αποδράσω
απ' τον ανθρώπινο το βίο τούτον τον πλάνο,
μια νύχτα τ' Αύγουστου στα  Λάπατα επάνω,
των σκαντζοχοίρων και του ασπάλακα τον μπάσο

ρόγχο στ' αυτί θ' ακουρμαστώ να κουδουνίζει
-Ω ! είδέστε, άστρα, μες στο φως που σελαγίζει,

άνθρωπο ειδέστε για το σύμπαν ν' αρμενίζει,
αδερφωμένο με το χώμα και την πέτρα,
με τα πευκόφυλλα σάβανο και κουβέρτα
και με τ' ακρόχειλα στης γης το ρογοβύζι !

..Και θα 'μαι εγώ αυτός..Τ' αλλόκοτο το πνέμα.
Η μαύρη απόκοσμη η λάμψη στο ηλιογέρμα...