Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Στην Αγια-Παρασκευή


Φτωχούλι, όποτε πείναγα κι επάγωνα,
 επάαινα στου χωριού την εκκλησιά,
να πάρω της σιωπής κεροδοσιά,
σκυφτός καμπόσην ώρα πλάι στον άμβωνα.

Εκεί οι κρυφές βουλές μου μ' οδηγούσανε
στ΄Αρχάγγελου τον ίσκιο, μοναχό,
της ερημιάς τον ήχο να γρικώ
και τα στασίδια που ετριζοβολούσανε

και την ανάσα απ' το γλυκό τ' αχνόγελο
της Παναγιάς που εβάσταγε αγκαλιά
το λυτρωτή της Γης,το Βασιλιά,
της πλάσης τον αμάραντο ασφόδελο.

Κι ως ήμουν παρασούσουμο λιπόσαρκο,
τα κηροπήγια δίπλα μου φωνή
βγάζαν : "-Nα ρίξει μπόι, να στυλωθεί,
βόηθα το, Παναγιά-Παρθένα, βόηθα το!".

Κι Εκείνη, -μάρτυράς μου η χλόη που βλάσταινε
στις πλάκες χάμω , χώμα οπού 'χε ογρό-
πιο στοργικά απ' τη μάνα μου θαρρώ,
με γάλα απ' Τ' Άγια Στήθια Της μ' ανάσταινε

κι άντεχα το φτωχούλι και τα βάσταγα
τα δύσκολα της φτώχειας και τ' αβάσταγα. . . 



χ'λιαράς-15 Γενάρη του 2011-λεύτερη Πίνδος

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Τα Χουλιαρόπαιδα

 

(Τα Χουλιαρόπαιδα.Aπό αριστερά, όπως κοιτάζουμε:Δημήτρης Κ. Μπενέκος(Καψάλης), Νίκος Κ. Μασαλάς, Σωτήρης Κ. Παπαγεωργίου.Στις 11 Οχτώβρη, του 1940, στο ρολόι,μπροστά απ' το ηρώο,στην πλατεία στα Γιάννενα...)




ΤΑ ΧΟΥΛΙΑΡΟΠΑΙΔΑ
Τα Χουλιαρόπαιδα, 'μπρός στο ρολόι,
στη μπούκα απ' του ηρώου τα κανόνια,
της ζήσης λογαριάζουν τ' αρμολόι 

και τ' άγνωρα κατοπινά τους χρόνια...

Οι δυο τους, χώνουν το ζερβί στις τσέπες,
γιατί το νιώθουν ήδη στις λαγόνες,
τ' αγιάζι απ' του καημού τις μαύρες στέπες,
με των δακρύων τις μέλλουσες σταγόνες.

Ο τρίτος, τυχερότερος μια στάλα,
φαρμάκια δεν θα πιει τόσο μεγάλα...

Κι ως τόσο, αλλού κι οι τρεις το βλέμμα στρέφουν,
μακριά απ' το σταχτοπέτρινο ρολόι.
Να βλέπουνε τους δείχτες, δεν τ' αντέχουν,
στριγκό να ηχούνε πλάι τους μοιριολόι :

Προτού μια ώρα, εσήμαναν τη γέννα!
Κι οι τρεις, στον άλλο χτύπο , θε ν' ασπρίσουν !
Ανθάκια, στον παράλλο, μαραμένα,
θα γείρουνε, θα πέσουν, θα μαδήσουν !

Θα μείνουν μόνο τα μαθητικά τους
πηλίκια που όμοια έχουν κι οι δραγάτες,
να μολογάν' πικρά το πέρασμά τους,
στου κόσμου τους κατοπινούς περάτες !

Κι ωσάν θλιμμένος γκιώνης στο ηλιογέρμα,
κι ωσάν παιδί που ενύχτωσε στο ρέμα,
κάτω απ' το γείσο, τ' άδειο τους το βλέμμα,
θα μελετάει αιώνια τ' αρμολόι
της ζήσης που άφησαν μισό τα έρμα,
διαβαίνοντας σαν ίσκιοι και σαν ψέμμα
-κι ας φτάσαν' γέροι εντέλει ως το τέρμα-
τα Χουλιαρόπαιδα 'μπρός στο ρολόι...

χ'λιαράς/λεύτερη Πίνδος/21 Φλεβάρη του 2011

Στ' Αράχθου τη λυσιά ...



ΣΤ' ΑΡΑΧΘΟΥ ΤΗ ΛΥΣΙΑ
Σ' ονειροφαντασιά, εψές εδιάβηκα
τ' Αράχθου τη λυσιά την ανεμόδαρτη ,
πάνω απ' τον ποταμό που βαριοβόγκαγε,

τινάζοντας ψηλά τα μαύρα σπλάχνα του.

Μπροστά τραβούσε ένας παπάς-καλόγερος,
στο πλάι δυο μαστορόπουλα αμούστακα
κι οπίσω πως εδιάβαινε -μου φάνηκε-
ο πάππος μου ο βαριόμοιρος ο δάσκαλος,

ο νιος ο πρωτοψάλτης ο βροντόφωνος
που τριαντάρης χτίκιασε κι εχάθηκε.

Δεκάδες στρατοκόποι ακολουθούσανε
σκυφτοί να πάν' στην όχθη την αντίπερα
κι έσμιγε τη βουβή τη βαρυγκώμια τους
ο ποταμίσιος βόγκος ο μακρόσυρτος
σε μοιριολόι παράξενο κι απόκοσμο
που ως πάνω στου Θεού την πόρτα έφτανε.

Κι αυτός σ' όλη την πλάση τ' αντιγύρναγε
με τη βαριά φωνή του τη στεντόρεια,
πότε με τη βροντή και με τον άνεμο
και πότε με τ' αητού τ' άγριο κρώξιμο...
Χ'λιαράς-λεύτερη Πίνδος-25 Αύγουστος 2010

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Μια νύχτα τ' Αύγουστου στα Λάπατα επάνω...


Για τον ωραίο κι ευγενικό το θάνατό μου,
θα 'χω οπωσδήποτε καμπόσους -λέω- μαρτύρους:
κάναν ασπάλακα και δυο τρεις σκαντζοχοίρους,
να βεβαιώσουνε το τέλος το δικό μου

και να γραφώ σαν τ' άλλα δίποδα ζουλάπια
στου Γιαραμπή και στων ανθρώπων τα κιτάπια.

Γιατί όπως ζούσα, ωσάν ίσκιος κι ωσάν αύρα
και κάθε ημέρα όπως επέθαινα και ώρα,
με της νυχτός για να ξανάρθω την αιώρα
μ' ένα κρασί, στα μαύρα -κι όλα γύρω μαύρα-

μ' είχε ο Θεός μια μαύρη λάμψη στο ηλιογέρμα
κι οι ανθρώποι όλοι ένα τρελό μυστήριο πνέμα.

Έτσι λοιπόν, στερνά σαν γείρω ν' αποδράσω
απ' τον ανθρώπινο το βίο τούτον τον πλάνο,
μια νύχτα τ' Αύγουστου στα  Λάπατα επάνω,
των σκαντζοχοίρων και του ασπάλακα τον μπάσο

ρόγχο στ' αυτί θ' ακουρμαστώ να κουδουνίζει
-Ω ! είδέστε, άστρα, μες στο φως που σελαγίζει,

άνθρωπο ειδέστε για το σύμπαν ν' αρμενίζει,
αδερφωμένο με το χώμα και την πέτρα,
με τα πευκόφυλλα σάβανο και κουβέρτα
και με τ' ακρόχειλα στης γης το ρογοβύζι !

..Και θα 'μαι εγώ αυτός..Τ' αλλόκοτο το πνέμα.
Η μαύρη απόκοσμη η λάμψη στο ηλιογέρμα...

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Βουνίσιο ραβαϊσι

 
Ασπρότατη, άκρα αταραξιά.
Το σπίτι απεκοιμήθη
-σπούργος ατάιστος στο λευκό
της μάνας-γης τ' αστήθι.

Νιφάδες-κόρες ξέστηθες,
βοριάδες-αμανέδες,
στα παραθύρια τρίζουνε
μεράκια οι μεντεσέδες

κι απόξω, η φλέβα του κισσού
χαρά σημαίνει κι όρθρο
και κρούει στην πόρτα τη βαριά
το σκουριασμένο ρόπτρο, 

Βγαίνει του πάππου μου η ψυχή,
μικρό παιδί  στο πράκι,
τραβάει για χιονοπόλεμο
στη Ρόβη, στο Κλαράκι : 

"-Άσπρο χιονάκι, ξέξασπρο,
μαύρα μου κι έρμα νιάτα..."
Μαργώνουν τα ποδάρια του
στην παγωμένη στράτα,
 
 
 
όνειρο γέρνει καταγής,
κέδρο αψηλό νυχτώνει,
λύκος κοιμάται αμέρωτος
κι αγέρας ξημερώνει, 

φυσάει, στήνει στα Γιάννενα
βουνίσιο ραβαϊσι
και βρίσκω τις ριζούλες μου
οπού 'χα ξαστοχήσει...  

 το ραβαϊσι=το γλέντι
 χ'λιαράς/λεύτερη Πίνδος/21 Δεκέμβρη 2011-το πρώτο χιόνι στο χωριό

Χορεύει ο άντρας ο Χ'λιαράς

 

‎(...Ο μερακλής Χ(ου)λιαράς,στη φωτογραφία
επάνω, που χορεύει ψηλά στη Γη των προγόνων του,
νιώθει και είναι θεός, την ώρα που χορεύει....Εξαϋλώνεται.Εξυψώνεται.
Γίνεται ένα με το Θεό και του παραγγέλνει πράματα,
όχι για τον εαυτ
ό του αλλά για τους άλλους,
δυο βήματα απ' τους αγγέλους-κλαριντζήδες που
τους σκορπάει απλόχερα παράδες...)

ΧΟΡΕΥΕΙ Ο ΑΝΤΡΑΣ Ο Χ'ΛΙΑΡΑΣ

Χορεύει ο άντρας ο Χ'λιαράς
ο μερακλής ο γέροντας.
Λουφάζει απόσκια ο βοριάς,
λουφάζει κι ο Αχέροντας.

Δίνει παράδες στα βιολιά
και στο Θεό παραγγελιά :

-Εδώ που κρούω τ' αριστερό
γερά στη γης το γόνατο,
να ρίξει μπόι ως το βουνό
πεύκο ψηλό, θεόρατο.

Μπροστά που μπήγω το δεξί
χέρι ,στο ηλιόφως μάχαιρα,
να γένει εκκλησιά τρανή
με δεκαοχτώ παράθυρα.

Δίπλα που ο αυλός του κλαριντζή
μερεύει όλα τ' αμέρωτα,
τα νιάτα να 'ρχονται, σπονδή
να κάνουνε στον Έρωτα,

βράδυ-βραδάκι, μυστικά
να σμίγουνε τ' ανάσκελα
κι όπως στραγκίζουν τα κορμιά
να ξεδιψάν' τα διάσελα.
.....................
Χορεύει ο Χ'λιαράς, στητός.
Λεύκες τρανές τα χέρια του.
Κι όσα παράγγειλε, ο Θεός
τα γράφει στα τεφτέρια Του.

Ποιος να 'ναι τώρα που ο χορός
βαστά, απ' τους δυο τους πιο θεός ;
Ο Γιαραμπής στον ουρανό,
ή ο Χ'λιαράς μες στο χορό ;

χ΄λιαράς-4/9/2010-λεύτερη Πίνδος


1935



(...στη φωτογραφία του 1935,αποπάνω : 6 γαβριάδες κι ένας 15χρονος που βαράει την καμπάνα της Αγια-Παρασκευής, για τη φτωχολογιά του κόσμου όλου...)

1935
Χίλια εννιακόσια χρόνια και
τριάντα κι άλλα πέντε.
Σαν ψες γεννήθη και προψέ...
Μπαίνει στα δεκαπέντε...
.................................
Βογκά η φτωχολογιά της Γης.
Λίγοι οι καζαντισμένοι.
Τρεις γαβριάδες κι άλλοι τρεις,
ζερβά του συναγμένοι,

κάτω απ' τον άσπρο το σταυρό
και τη βαριά καμπάνα,
μετράνε πείνα κι άδικο
και βάσανα κι ορφάνια.

Χτυπάει αργά με το δεξί
τη χάλκινη καμπάνα.
Ακούν' στα ύψη οι ουρανοί,
στην Πλακανίδα η μάνα :

-Mάνα μου, θά 'βγω στο βουνό,
μάνα μ', θα πάω αντάρτης,
να δώκω ελπίδα στο φτωχό,
να κοκκινίσει ο χάρτης!

-Να πας, παιδάκι μ' ορφανό,
με το Θεό, για το λαό !
...............................................
Επήγε αντάρτης στο βουνό,
για την ελευθερία
κι ύστερα για σωφρονισμό
επήγε κι εξορία.

Επήγανε κι οι σύντροφοι
χαμένοι.Λάθος ! Λάθος !
Ξεχάσανε τον άνθρωπο,
που 'ναι πηλός και πάθος!
.................................................
Ωστόσο, στην Αγια-Παρασκευή,
κάθε φορά που πάω,
στο ίδιο το πεζούλι εκεί,
"-Πατέρα -του μιλάω-

ογδόντα χρόνια απόστασες,
με το σκοινί στο χέρι.
Εχάθηκεν ο Μόσκοβος,
δεν έφερε σεφέρι.
Κατέβα που 'ναι άνοιξη
που 'ναι και καλοκαίρι."

"-Τράβα -μου λέει- στο σπίτι μας
και φέρε μου σαν θά 'ρθεις,
το μάνλιχερ οπού 'κρυψα,
να ματαβγώ αντάρτης."

Κι οι γαβριάδες, πάντα εκεί,
ακόμα εκεί κι οι έξι,
κάνουν για τη φτωχολογιά
της Γης, σταυρό, ν' αντέξει.

Κι όπως τ' απέθαντο κι αισχρό
κοιτάν' το καπιτάλι,
ν' αλέθει αργάτες και φτωχούς
με φούρια πιο μεγάλη,

νιώθουν πως ζύγωσε η στιγμή
η άγια, η μεγάλη,
να φάει η μύγα σίδερο
και το κουνούπι ατσάλι. . .